Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2017

Η μόρφωση είναι έτσι κι αλλιώς το ισχυρότερο όπλο

(...)
- Πολιτικά που τοποθετείσαι;
«Θα έλεγα τοποθετούμαι στους "αντί" και στους "απέναντι". Αντί σε κάθε εξουσία που υποδουλώνει και εκμεταλλεύεται τον λαό που την επέλεξε. Σε οτιδήποτε καταπατά τα δημοκρατικά κεκτημένα αυτού του λαού - είτε αυτό λέγεται φασισμός, ρατσισμός, ναζισμός ή μνημόνιο. Είμαι απέναντι σε διαπλεκόμενα κατεστημένα, σε συμφέροντα και σε δυνάμεις που προσπαθούν να μας καθυποτάξουν χρησιμοποιώντας νομισματικούς εκβιασμούς, τραπεζική τρομοκρατία και μιντιακές προπαγάνδες. Είμαι αλληλέγγυος σε κάθε δίκαιη διεκδίκηση, κάθε αγώνα για δικαιοσύνη, δημοκρατία και αξιοπρέπεια. Αυτή είναι η πολιτική μου τοποθέτηση χωρίς ανούσιες ταμπέλες».
(...)
- Η κρίση στη χώρα μας είναι τελικά ενταγμένη στην παγκόσμια καπιταλιστική περιδίνηση ή εγχώριο φαινόμενο όπως προτιμούν να πιστεύουμε;
«Σαφώς και είναι αποτέλεσμα του καπιταλισμού που δημιουργεί κρίσεις χρέους με αποτέλεσμα να θησαυρίζουν οι μεγάλοι και να φτωχοποιούνται οι μικροί και αδύναμοι. Από εκεί και πέρα, οι ηγεσίες έχουν την ευθύνη να διαβλέπουν το πρόβλημα που έρχεται και να προστατεύουν τον λαό τους. Αν δεν το κάνουν και τον χρησιμοποιούν με ανταλλάγματα ώστε να ανελιχθούν στην εξουσία (και εδώ είναι και ηθικό το θέμα), τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα και οδηγούνται σε αυτή την κατάσταση που βιώνουμε. Δηλαδή να μετατρέπεται η χώρα σε προτεκτοράτο των δανειστών και αποικία χρέους».

- Ποια πρέπει να είναι η απάντηση της κινηματικής Αριστεράς απέναντι στον φασισμό/ναζισμό που όλο και σηκώνει κεφάλι;
«Δεν είναι θέμα μόνο της κινηματικής Αριστεράς, είναι ολόκληρης της υγιούς κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και κάθε ιδεολογία που δαιμονοποιεί τη διαφορετικότητα των ανθρώπων δεν αντιμετωπίζονται ούτε με αδιαφορία ούτε με ίσες αποστάσεις και "σεβασμό στην ιδεολογία του καθενός". Οφείλει να είναι διαρκώς απέναντι σε τέτοιες ιδεολογίες και να τις αποβάλλει από μέσα της, έτσι ώστε ούτε να εκτρέφονται ούτε να βρίσκουν χώρο -εξαιτίας της αδιαφορίας- να τροφοδοτούνται. Κατά τα άλλα, και για να μην περιμένουμε μόνο από τους άλλους να δίνουν τους αγώνες που μας αφορούν, αν ο καθένας μας προσωπικά ανοίξει ένα βιβλίο και μάθει τα εγκλήματα αυτών των ιδεολογιών, θα έχει αυτόματα συστρατευτεί στον διαρκή αγώνα σύνθλιψής τους. Η μόρφωση είναι έτσι κι αλλιώς το ισχυρότερο όπλο».
- Η Δικαιοσύνη είναι ένα φίδι που δαγκώνει τους ξυπόλυτους;
«Θέλει και ρώτημα; Οταν είναι έξω καταδικασμένοι μιζαδόροι πολιτικοί, καταδικασμένοι επιχειρηματίες που έχουν υπεξαιρέσει δεκάδες εκατομμύρια από το δημόσιο, καταδικασμένοι δολοφόνοι ναζιστές, αλλά έμεινε πέντε χρόνια στη φυλακή ο αθώος Τάσος Θεοφίλου χωρίς στοιχεία (όπως τώρα μένει η Ηριάννα), τα λόγια είναι περιττά. Αν και τα δύο αυτά παιδιά δεν είναι απλώς "ξυπόλυτα". Είναι παιδιά που στέκονται απέναντι σε αυτό το σύστημα, με αποτέλεσμα το φίδι να θέλει να τους δαγκώσει ακόμα πιο άγρια. Η Δικαιοσύνη τους είναι ψεύτικη σαν τη δημοκρατία τους».
Νίκος Παπαδόπουλος (Plasticobilism)
"Documento"
27 Αυγούστου 2017

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

Ο Ταραμάς ζυγίζεται

photo by Jennifer B. Hudson

Περπατάει κι απόψε μόνος του στους άδειους δρόμους της Κοζάνης. Είναι σκοτάδι, ώρα δυόμισι το πρωί. Προχωρεί χωρίς προορισμό και χωρίς να ξέρει καν τι σκέφτεται. Περπατάει αφηρημένα κι αίφνης στέκεται, στέκεται και διαβάζει σ' ένα μισοφωτισμένο τοίχο, για πρώτη φορά, το παράξενο σύνθημα:
ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ
Του κάνει εντύπωση, γιατί ούτε βατράχια εκτρέφουν στην Κοζάνη ούτε ακούστηκε τίποτε σχετικό με εξόντωση βατράχων - και παρακάτω, σ' έναν άλλο, πιο φωτισμένο, άσπρο τοίχο, βλέπει να 'χουν γράψει:
ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ

Ποιός είναι ο Ζαραμπούλιας; Δεν ξανάκουσε τέτοιο όνομα και του 'ρχεται να χαμογελάσει στυφά, περισσότερο από αμήχανη περιέργεια, αλλά δεν μπορεί, δεν μπορεί να χαμογελάσει, αν και σήμερα έχει κάθε λόγο να είναι χαρούμενος, αφού, επιτέλους, βγήκαν τ' αποτελέσματα και πέρασε πρώτος στις Πανελλήνιες, πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης. Ο μπαμπάς και η μαμά που τον πίεζαν ανελέητα τόσα χρόνια να μην πέσει στη βαθμολογία κάτω από το δεκαεννιά, να μπει οπωσδήποτε στην Ιατρική, να γίνει γιατρός, να φορέσει άσπρη ρόμπα, και δεν άφηναν να πάει σινεμά, να βγαίνει με κορίτσια, να κάνει διακοπές, να διασκεδάζει με τους φίλους του «για να γίνει επιστήμων άνθρωπος», τώρα θα 'ναι ευτυχισμένοι. Μέχρι και οι αθηναϊκές εφημερίδες τον έχουν σήμερα φωτογραφία στην πρώτη σελίδα με τίτλο: «Ο Νικόλαος Ταραμάς απ' την Κοζάνη πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης. Η επαρχία πάλι έχει τα πρωτεία».

Ο ίδιος όμως είναι ταραγμένος, νιώθει παράξενα, σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλον όλα αυτά. Προχωρεί αφηρημένα και στρίβει απ' την πλατεία, παίρνει την Καραϊσκάκη και μετά μπαίνει δεξιά, στη Σκρά, για να πάει να δει την αγαπημένη του βιτρίνα γυναικείων παπουτσιών στο κατάστημα "La Bambola".
Στέκεται κανένα ημίωρο όρθιος μπροστά στη φωτισμένη προσθήκη παρατηρώντας με αφοσίωση τα παπούτσια, τα καινούργια σχέδια για γυναίκες και κορίτσια: δετά με ασημένιες τόκες, με τακούνι χαμηλό ή ψηλό, γόβες απλές, σε διάφορα χρώματα, μπαλαρινέ, αισθησιακά σαν της καθηγήτριάς του των Αγγλικών, μοκασίνια σε δέρμα, σε λουστρίνι ή μαύρο βελούδο, μπότες σκληρές, ψηλές, ιππασίας, ή πιο χαμηλές σουέτ, μέχρι λίγο πιο πάνω απ' τον αστράγαλο. Παρατηρεί τα γυναικεία παπούτσια αποχαυνωμένος, μέχρι που αρχίζει και νιώθει έναν έντονο ερωτικό ερεθισμό. Τραβάει προσεκτικά τη ζακέτα μπροστά, την κουμπώνει και προχωράει παρακάτω νιώθοντας μέσα του να ξεσπάνε αλλεπάλληλα κύματα επιθυμίας, αλλά και περίεργης αγανάκτησης, κάτι σκούρο και πηχτό που ανεβαίνει προς το κεφάλι του κι ύστερα ξαναγυρίζει κάτω στην κοιλιά, στέκεται εκεί, επιμένει, φέρνοντάς του ένα θηριώδη, ακατανόητο εκνευρισμό που τον κάνει να αισθάνεται ότι όλα τον πειράζουν, οι πάντες είναι εξοργιστικοί, αβάσταχτοι. Οι γονείς του δυο όρθιες ακατανόητες, μαύρες φιγούρες κι ολόκληρη η πόλη ένα μεγάλο, σκοτεινό εκτροφείο μαύρων σκιών. Ολοι αγωνίζονται να σκαρφαλώσουν, να φύγουν από τον υψηλό, πέτρινο φράχτη αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνουν, τελευταία στιγμή γλιστρούν και ξαναπέφτουν εξουθενωμένοι μέσα στο μαύρο. Ετσι νιώθει και ο ίδιος. Ετσι φαντάζεται τον εαυτό του και μονολογεί: «Σκιά, σκιά με τις σκιές».

Προχωρεί και στέκεται για λίγο μπροστά σε μια βιτρίνα οπτικών ειδών. Οι φωτεινές, διακριτικά κι ευγενικά λαμπρές βιτρίνες των οπτικών, των γυαλιών για άνδρες και γυναίκες, κυρίως τ' ακριβά designs του Christian Dior, του Armani, της Nina Ricci, του Montana και των άλλων, είναι τα μόνο αντικείμενα που του μεταγγίζουν κάποιαν ηρεμία, ένα αίσθημα διαύγειας, καθαρότητας κι αγνότητας, μια πίστη σε κάτι που θα 'θελε πραγματικά, ολοκληρωτικά, ξεκάθαρα και δεν το ξέρει.

Ηρεμεί κάπως και ύστερα ξαναρχίζει να περπατάει, προχωρεί νιώθοντας, πάλι, σε λίγο, ν' ανεβαίνει μέσα του αυτό το περίεργο, σκοτεινό κύμα, σαν ρευστή, ζωντανή μούργα, ν' ανεβαίνει, να σκάει πλημμυρίζοντάς τον, κάνοντάς τον να θέλει να εκραγεί, να βγει απ' τον εαυτό του, κατόπιν υποχωρεί κυματιστά κι ύστερα πάλι ξανάρχεται, ανεβαίνει στο στήθος, προς τον λαιμό και τον σφίγγει φέροντάς του πνιγμονή.

Περπατώντας φτάνει μπροστά στην καφετέρια που πήγαινε κλεφτά, τόσα χρόνια, για λίγο, ενώ όλοι οι συμμαθητές του σύχναζαν, γλεντοκοπούσαν μέρα νύχτα εκεί. Η ώρα είναι τρεις το πρωί και δεν υπάρχει τριγύρω ψυχή. Δίπλα στην καφετέρια, απ' τη δεξιά πλευρά, στον τοίχο της πολυκατοικίας γράφει:
ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΒΑΤΡΑΧΙΑ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ

Απ' τη δεξιά μεριά φέγγει η βιτρίνα του κλειστού φαρμακείου, κάτω από τον κόκκινο σταυρό από νέον μέσα σε κύκλο. Αυτή η βιτρίνα είναι λαμπερή, πεντακάθαρη, αστραφτερή, το φως της είναι πολύ ισχυρό, έντονο, εκτυφλωτικό, σχεδόν ανελέητο και χαράζει μιαν εγκαυστική, επίμονη λάμψη μέσα στο μυαλό του Νίκου Ταραμά που αποχαυνωμένος, σαν υπνωτισμένος, ρουφάει, απολιθωμένος θαρρείς, όλο αυτό το εντατικό, εκρηκτικό υπερκόσμιο φως, το ρουφάει μέσα του βουλιμικά αλλά δεν το αντέχει - ξαφνικά στρέφει, κάνει δυο αδέξια, ακατανόητα βήματα, αδράχνει μια σιδερένια καρέκλα απ' αυτές που έχει έξω η καφετέρια, γυρίζει, και κραυγάζοντας: «Σκιά, σκιά με τις σκιές, σκιά με τις σκιές», τραβάει μια καρεκλιά στη βιτρίνα του φαρμακείου και στο τζάμι της πόρτας και τα κάνει όλα χίλια αστραφτερά κομμάτια θρύψαλα. Αφήνει ήσυχα την καρέκλα και μπαίνει μέσα στο φαρμακείο ήρεμος, ενώ ο συναγερμός της πόρτας αρχίζει να ουρλιάζει ασταμάτητα, εκκωφαντικά. Ξυπνούν οι γείτονες από πάνω κι από δίπλα. Τι συμβαίνει; Τι γίνεται;

Ο Ταραμάς προχωρεί ψυχρός, άνετος μέσα στο φαρμακείο, ενώ μια σειρήνα περιπολικού ακούγεται κιόλας από μακριά. Ο συναγερμός συνεχίζει, ο κόσμος βγαίνει απ' τα σπίτια του, μερικοί έχουν κιόλας πλησιάσει έξω απ' το φαρμακείο. Στα διπλανά καταστήματα ανάβουν φώτα, στα μπαλκόνια των απέναντι διαμερισμάτων περίεργοι εμφανίζονται με τις πιτζάμες και βλέπουν παραξενεμένοι κάτω από τα σπασμένα, τα θρυμματισμένα τζάμια που γυαλίζουν εφιαλτικά. Αλλοι κατεβαίνουν βιαστικά απ' τις πολυκατοικίες και κοιτούν, σκύβουν με προφύλαξη να δουν τι γίνεται μέσα στο φαρμακείο. Ο κόσμος όλο και πυκνώνει, ο Ταραμάς περιεργάζεται για λίγο το χώρο, που αναδίνει μια στυπτική ευωδία αυστηρής καθαριότητας και ένα αίσθημα μεθοδικής, αστραφτερής τακτοποίησης των πάντων κι ύστερα, ενώ απέξω έχουν μαζευτεί πάνω από πενήντα άτομα και τον βλέπουν, αρχίζει, δίχως καθόλου να βιάζεται, να βάζει στις τσέπες του σαμπουάν, μαστίχες χωρίς ζάχαρη, αποσμητικά, φάρμακα, αντιβιοτικά, ενέσεις, μπουκαλάκια, ό,τι πιάνει πιο εύκολα το χέρι του, είναι εντελώς σοβαρός και συνεχίζει να παίρνει διάφορα πράματα. Ο συναγερμός συνεχίζει να ουρλιάζει, ο κόσμος να πυκνώνει και να συνωθείται απέξω.

Το περιπολικό έχει φτάσει, πέντε αστυνομικοί με τα περίστροφα στα χέρια πετάγονται απ' το αυτοκίνητο  και πλησιάζουν, περνώντας ανάμεσα απ' τους περίεργους φτάνουν στη σπασμένη βιτρίνα, βλέπουν μέσα στο φαρμακείο το νεαρό που τους κοιτάζει κι αυτός αλλά συνεχίζει, ήρεμος, απαθής, απτόητος, να βάζει διάφορα πράματα ασταμάτητα στις τσέπες του, που έχουν κιόλας παραφουσκώσει. Στέκουν οι αστυνομικοί άναυδοι και τον παρατηρούν, τον ξέρουν πολύ καλά, τον ξέρουν,  είναι ήσυχο, ευγενικό και καλό παιδί, γιος γιατρού, ο Νικόλαος Ταραμάς, γιος του Γεωργίου Ταραμά, του ακτινολόγου, τον είδαν και σήμερα στις εφημερίδες, πρώτη σελίδα, πέρασε πρώτος στην Ιατρική Θεσσαλονίκης, τον βλέπουν κι απορούν, ενώ εκείνος συνεχίζει να βάζει στις τσέπες του πράματα από διάφορους πάγκους και ράφια.

Κάποια στιγμή σταματάει, στέκεται, ρίχνει μια ματιά προς την όρθια λευκή ζυγαριά του φαρμακείου κι ανεβαίνει να ζυγιστεί, ζυγίζεται εντελώς ήρεμος, απαθής, σαν να είναι απών, κι ενώ σκύβει ελαφρά προσπαθώντας να δει ακριβώς τα κιλά του, τη στιγμή που βλέπει ότι η κόκκινη βελόνα τραντάζεται αλλά δεν κινείται, ότι η ζυγαριά είναι χαλασμένη, οι αστυνομικοί πλησιάζουν προσεκτικά και τον αρπάζουν απ' τις μασχάλες γερά, αποφασιστικά, τον κατεβάζουν απ' τη χαλασμένη ζυγαριά και τον τραβούν προς την έξοδα - ενώ η κόκκινη βελόνα της ζυγαριάς, ξανατραντάζεται, πάλλεται πέρα δώθε και ακινητοποιείται λίγο πριν από το έντονο, μαύρο μηδέν.

Οι αστυνομικοί σέρνουν προσεκτικά τον Ταραμά ανάμεσα απ' τον κόσμο προς το περιπολικό, τον βάζουν στο αυτοκίνητο και ξεκινούν με τη σειρήνα στη διαπασών. Εκείνος συνεχίζει να είναι απαθής, αδιάφορος, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Περνώντας πάλι ένα δρόμο, από εκείνους που είχε περάσει πριν, ξαναδιαβάζει στον τοίχο το σύνθημα:
ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ
ΨΗΦΙΣΤΕ ΖΑΡΑΜΠΟΥΛΙΑ
Και στο διπλανό τοίχο τη φράση:
ΠΑΛΙ ΚΕΝΤΑΕΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
"Πάλι κεντάει ο στρατηγός"
1996

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2017

Σαράντα χρόνια στην αιώρα

Τα τελευταία 40 χρόνια με το ολέθριο σύνθημα «Ολα επιτρέπονται» βουλιάξαμε σ' έναν ωκεανό. Ετσι η αλαζονεία της ελεύθερης βούλησης μας οδήγησε στον κρημνό, στο μοιραίο άλμα προς το έρεβος. Εγκαταλείφθηκε ο χρυσός κανόνας του μέτρου, της ισορροπίας, ως κανόνας ζωής. Εβιάσθησαν οι κορυφαίες διεκδικήσεις του ανθρώπου, το δίκαιο και η αλήθεια. Οι διεφθαρμένοι και κενόδοξοι πολιτικοί διέπραξαν πράξεις ακραίας καταισχύνης, διεκδικώντας πρωτεία ακόμη και σε αυτήν.

Στο απέραντο ελληνικό φρενοκομείο ο δημαγωγός του 1981 χορηγούσε ΑΤΑ και παροχές με δανεικά! Από την άλλη οι νεόπλουτοι, με απίστευτο κόμπλεξ, επιδεικτική καυχησιολογία, με σημαία την (δήθεν) κοινωνική καταξίωση και άκρατο μιμητισμό, αγόραζαν κατά χιλιάδες τα 4x4 ξεχνώντας τι σημαίνει κουμπαράς. Επικράτησε η τρυφηλότητα και η ραθυμία σε συνδυασμό με την οίηση με τις επαύλεις, τις πισίνες και τις αναρίθμητες offshore. Επλεόνασε η οίηση της αμάθειας και η ευχέρεια. Νεοαστοί συναγελάζονται στα γήπεδα και τα καφενεία. Παρακολουθούν αποχαυνωμένοι, τούρκικα σίριαλ και τηλεπαιχνίδια απολαμβάνοντας τη ζάλη του σκυλάδικου και με απίθανες φλυαρίες σκοτώνουν τον πολύτιμο χρόνο τους σαν τα τζιτζίκια, αντί να εργάζονται σαν μέλισσες. Λόγω της διαφθοράς και της αλλοτρίωσης έμειναν μόνο υποτυπώδη τρίμματα εντροπής ή φιλοτιμίας.

Ο Ελληνας διχαστικός εσαεί αυτοχειριάζεται και αυτοκαταστρέφεται με ιερή μανία. Ζει τον φθόνο της εξόντωσης του διπλανού. Ο άνθρωπος κατά του ανθρώπου, γιατί ο φιλειρηνισμός πρέπει να διαθέτει υψηλής θερμοκρασίας ευγένεια. Η αμάθεια προκάλεσε θράσος και η αδράνεια φθορά. Η Ρώμη της παρακμής. Εφησυχασμός στην αφέλεια της πλαστικής ευδαιμονίας. Ανίδεοι, αδιάφοροι, ολιγομαθείς, απαίδευτοι, αργόσχολοι, ανεπαρκείς, εκρηκτικοί, ασυνεχείς, έχουν σύνθημα «τσιγάρο, πρέφα και καφές», χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα και διάθεση προκοπής, πραγματικά ανθρώπινα ερείπια.

Τώρα αγωνιωδώς προσπαθούμε να βρούμε τον μίτο αλλά είναι αργά. Καμία διέξοδος, κανένα φως, γιατί απλούστατα η παράνοια διήρκεσε 40 χρόνια.
 
Στις κρίσιμες αυτές ώρες θα χρειαστούν μεγάλοι άνδρες και οριακές μεγαλοφυΐες που να κομίζουν ηφαιστειακά έγκατα. Αραγε υπάρχουν;
Γιώργος Τρανταλίδης
"Documento"
28 Μαΐου 2017

Παρασκευή, Απριλίου 14, 2017

Αυτοί είμαστε, οι Ελληνες, κουνάμε τα σημαιάκια...

(...)
- Είσαι μισός Ελληνας, μισός Τσέχος.
«Στην Ελλάδα μας διακρίνει κακομοιριά, από τους πολιτικούς μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Το βλέπω ακόμη και στον πατέρα μου! Από τη μητέρα μου κληρονόμησα την πειθαρχία. Ξέρω ότι πολλοί παρεξηγούν τον χαρακτήρα μου αλλά δεν θυμώνω...».

- Δύσκολη εποχή για να δηλώνει κάποιος Ελληνας.
«Πόσο μικροί είμαστε και πόσο μεγάλοι θέλουμε να λέμε ότι είμαστε! Γελάει ο κόσμος παραέξω. Εάν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι βγουν και δουν την κατάντια μας θα ξαναμπούν στον τάφο τους».

- Πώς θα ήθελες να σε θυμούνται στο μέλλον;
«Είμαι βέβαιος ότι δεν θα θυμούνται τίποτε. Ο κόσμος κρατάει στη μνήμη μόνο όσους ταυτίζονται με μια σημαία. Τον Διαμαντίδη, τον Αλβέρτη... Ούτε για τον Σπανούλη είμαι σίγουρος. Αυτοί είμαστε, οι Ελληνες, κουνάμε τα σημαιάκια...».
Λουκάς Μαυροκεφαλίδης
"Documento"
2 Απριλίου 2017

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017

Η αστική ανηθικότητα του σκισμένου τζιν (punk is dead)

Το πιο συνηθισμένο ρούχο, συνυφασμένο με την καθημερινότητά μας σε όλες τις εκφάνσεις της, επίσημες, οικιακές, φιλικές, επαγγελματικές (με σακάκι), δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο από το μπλου τζιν. Γελαδάρηδες, τσομπάνηδες, το φοράγανε και μετά βαρούσαν κουμπουριές. Το ρούχο, αν και κόβει φριχτά στον καβάλο, έγινε κυριολεκτικά σύμβολο του "Επαναστάτη χωρίς αιτία".

Λίγες μέρες πριν, ο γιος του ιδιοφυούς Malcolm McLaren, μαζί με τη δαιμόνια σχεδιάστρια Vivienne Westwood, έβαλε φωτιά σε συλλεκτικά αναμνηστικά αντικείμενα αξίας 5 εκατ. λιρών, με αφορμή το ξερατό που ένιωσε όταν η βασίλισσα Ελισάβετ "ευλόγησε" την 40ή επέτειο του "Anarchy in the UK" με εκδηλώσεις κάτω από τον γενικό τίτλο "Punk London".
«Το ότι η βασίλισσα έδωσε επίσημα την ευλογία της στο να γίνει το 2016 έτος του punk είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που έχω ακούσει» απαντά ο Joseph Corré σε σχετική ανακοίνωση του, συνεχίζοντας: «Μιλάμε για την ιδιοποίηση της εναλλακτικής πρότασης και της κουλτούρας του punk από το mainstream. Αντί για κίνημα για αλλαγή, το punk έγινε μουσειακό έκθεμα ή tribute act. Μια γενική δυσφορία έχει εξαπλωθεί τώρα στο βρετανικό κοινό. Οι άνθρωποι νιώθουν μουδιασμένοι. Και με το μούδιασμα έρχεται ο εφησυχασμός. Οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν έχουν πια φωνή. Το πιο επικίνδυνο πράγμα είναι ότι έχουν σταματήσει να αγωνίζονται για τα πιστεύω τους. Εχουν παρατήσει πια τον αγώνα. Χρειαζόμαστε κάποια έκρηξη για άλλη μια φορά».

Λόγια από τον γιο του ανθρώπου που έκανε τους Sex Pistols Madonna. Ο,τι κι αν γράψω ύστερα από αυτό θα είναι απλώς για να γεμίσει η σελίδα.
Ο καλύτερος τρόπος για να υποβιβάσεις ένα κίνημα είναι να ενστερνιστείς κυβερνητικά την πολιτιστική αξία. Αυτόματα το ακυρώνεις και το καθιστάς συστημικό. Δεν ανέφερα τυχαία την Madonna στην αρχή της παραγράφου. Το σκισμένο τζιν, τα σκισμένα ρούχα, οι αλυσίδες και το piercing γεννήθηκαν είτε ως ανάγκη από ανθρώπους που πραγματικά δεν είχαν λεφτά να αγοράσουν ένα καινούργιο ρούχο είτε σαν μανιφέστο αντικομφορμισμού και αμφισβήτησης των προτύπων. Η rock underground βιομηχανία, αποδεδειγμένα η πιο καπιταλιστική και χρηματοφάγα από όλες, η οποία πάντα ποντάρει στη νέα μόδα οργής, ανακάλυψε χρυσωρυχείο. Το φθαρμένο σου σκισμένο τζιν που δεν θα το έπαιρνε ούτε το φιλόπτωχο ίδρυμα άρχισε ξαφνικά να κοστολογείται στα 400 και 500 ευρώ. Γιατί η διαφορά κρύβεται πάντα στο ποιος κρατάει το ξυράφι κι άλλο να το σκίζεις εσύ, άλλο η Westwood.

Στη δεκαετία του '80 ήταν μόδα, μετά χαρακτηρίστηκε γύφτικο και σήμερα που δεν υπάρχει βάση να πιαστείς κι όλοι ποντάρουν στην πιο πιασάρικη εκταφή, επανέρχεται με τον πιο ανήθικο τρόπο. Εν μέσω κρίσης που οι άνθρωποι ντύνονται κουρέλια, πιτσιρίκια, 40άρηδες και 50άρηδες κουρελιάζουν το παντελόνι τους χωρίς να ξέρουν ακριβώς τον λόγο, με ιδεολογικό καθοδηγητή μια, δυο, τρεις στιλίστριες. Με αυτή την extreme επαναστατική τους πράξη αισθάνονται τεκνά έτοιμα για πάρσιμο, αντισυστημικοί επαναστάτες. Βάρα και δυο ακριβά γιλέκα, σκουλαρίκια, πεοδαχτυλίδια από πάνω ή κάτω και είναι έτοιμο το σετάκι του πάρτι. Και της προσβολής.

Το αισθάνθηκα, φίλε, δυο τρεις φορές που το έκανα κι εγώ και πέρασα από το μετρό της Ομόνοιας με τους ανθρώπους κατάχαμα να μου ζητάνε λεφτά κι εγώ με το σκισμένο μου τζιν να ποζάρω ως γεροντότεκνο, να λέω δεν έχω, ενώ στην τσέπη μου καραδοκούσε 150άρικο για να τα πιω στο σκυλάδικο. Μαλάκα μου, τι ντροπή όταν το συνειδητοποίησα. Οταν συνειδητοποίησα ότι χρησιμοποιώ την απελπισία τους ως αναρχική ντεκλαρασιόν της δικής μου εύπορης πόζας, καλεσμένος στου Σφακιανάκη που πέρυσι-πρόπερσι τις Απόκριες τραγούδησε ντυμένος τσολιάς.
Τάσος Κατρής-Θεοδωρόπουλος
"Documento" - DocVille Media
8 Ιανουαρίου 2017

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2016

Τι γύρευες, βρε αγόρι μου, στον 12ο όροφο;

Ο κληρονόμος κολοσσών όπως ο Garry Kasparov, ο Anatoly Karpov και ο Alexander Alekhine τη βαριόταν τη σκακιέρα. Ζούσε όχι για να σκέφτεται, αλλά για να γεύεται τον ίλιγγο του κινδύνου. Ο Yuri Yeliseyev ανυπομονούσε να τελειώσει την παρτίδα για να βγει στο μπαλκόνι. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, ήταν νεκρός.
Ο νεαρός Ρώσος grandmaster, παγκόσμιος πρωταθλητής Εφήβων το 2012 στα 17 του, βούτηξε από τον 12ο όροφο και άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα παγερό πεζοδρόμιο της Μόσχας. «Το άτιμο το parkour του άρεσε περισσότερο και από το σκάκι» είπαν οι φίλοι του.

Το parkour είναι εκείνο το ριψοκίνδυνο σπορ των πόλεων στο οποίο ο αθλητής σκαρφαλώνει σε τοίχους, σαλτάρει από στέγη σε στέγη, πηδάει πάνω από φράχτες και αψηφά τα εμπόδια, με χορευτικές πιρουέτες που ολοκληρώνονται όταν σημάνει το χρονόμετρο. Ναι, αυτό που γίνεται κάθε χρόνο στη Σαντορίνη και γεμίζει τις οθόνες με ασπρογάλαζη νοσταλγία.
Στη Μόσχα, το τσιμέντο είναι γκρίζο και ο ουρανός δυσοίωνος. «Στον Yuri άρεσε το ρίσκο, αλλά δεν έπαιζε με τη ζωή του. Εκανε ισορροπία σε ντουβάρια δύο μέτρων για να νικήσει τον φόβο» είπε ο εθνικός προπονητής Sergei Yanovsky. «Τι γύρευες, βρε αγόρι μου, στον 12ο όροφο;».

Το γήπεδο με τα 64 τετραγωνάκια ήταν το βασίλειο του Yuri Yeliseyev. Ηταν εραστής του ανορθόδοξου, ένας παράτολμος κασκαντέρ της σκακιέρας. «Εβρισκε τις λύσεις εκεί που δεν το περίμενε κανείς. Εχασα έναν αγαπημένο φίλο και έναν από τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ» είπε ο συναθλητής του Daniil Dubov. Ο εκλιπών ήταν 42ος στην κατάταξη των Ρώσων master και 212ος στην παγκόσμια, αλλά κέρδισε το φετινό Open της Μόσχας και ετοιμαζόταν για εκτόξευση. Αλλά ποιος ενδιαφέρεται σήμερα για ένα άθλημα χωρίς μπάλα, σασπένς ή ντόπα; Οι τηλεοπτικές κάμερες στρέφονται αλλού για να καταπνίξουν τα χασμουρητά. Αν ήταν κανένας ποδοσφαιριστής της Dynamo ή μπασκετμπολίστας της CSKA, τότε ναι, να τον θρηνούσαμε. (...)
Νίκος Παπαδογιάνης
"Documento"
4 Δεκεμβρίου 2016

Παρασκευή, Αυγούστου 19, 2016

Μαγκιά μου που είμαι ΠΑΟΚτσής!


Είχα να πάω στην Τούμπα να δω αγώνα του ΠΑΟΚ 13 ολόκληρα χρόνια. Ο ρυθμός της ζωής, η γκρίνια και τα συνεχόμενα πολυετή προβλήματα της ομάδας που είχαν μετατρέψει τον κάθε οπαδό σε "ειδικό", είχαν ως αποτέλεσμα να τονίζονται πολύ πιο έντονα τα κατά από τα υπέρ… και ο καναπές έγινε αρχικώς η καλύτερη επιλογή και στην πορεία η μοναδική.

Για διάφορους λόγους (περισσότερο προσωπικούς και λιγότερο οπαδικούς) φέτος είχα μια μεγάλη επιθυμία να ξαναπάω στο γήπεδο και το παιχνίδι ΠΑΟΚ-AJAX ήταν μια καλή ευκαιρία. Το πρωί της Δευτέρας ήμουν 1 ώρα και 15 λεπτά σε αναμονή στην ιστοσελίδα της ομάδας για να καταφέρω τελικά να βρω εισιτήριο. Οχι φυσικά στις "κυριλάτες" θύρες 2 ή 3 όπου πήγαινα τις τελευταίες φορές (πριν σταματήσω να πηγαίνω τελείως) αλλά απέναντι, στην 6. Μια χαρά!

Οταν το είπα στον κολλητό μου, αντέδρασε: «Είσαι τρελός; Στην 6; Θα μπεις 2 ώρες νωρίτερα με τον ήλιο στα μούτρα σου μες την Αυγουστιάτικη ζέστη, αργότερα ο ήλιος θα αντικατασταθεί από τους προβολείς που είναι τοποθετημένοι στο απέναντι σκέπαστρο, κι εσύ θα είσαι στριμωγμένος με τα πόδια του πισινού στην πλάτη σου και τα δικά σου στην πλάτη του μπροστινού. Μην πας, είναι οπισθοδρόμηση… είπαμε να πάμε μπροστά όχι πίσω… έλα στο café που έχω κλείσει δυο τραπέζια να το δούμε με air-condition, παγωμένη μπύρα και φαγητό». Το ξανασκέφτηκα, και όσο το σκεφτόμουνα έβλεπα ότι είχε δίκιο…

Την Τετάρτη το πρωί δέχτηκα ένα μήνυμα από μια πολύ καλή φίλη που μεταξύ άλλων μου έγραφε πόσο υπερήφανη αισθανόταν που έβλεπε το μικρό της γιο να βάζει με το που ξύπνησε τη φανέλα του ΠΑΟΚ και να κυκλοφορεί όλη τη μέρα φορώντας την. Και τότε θυμήθηκα... και μου ξανάρθε αυτό το τρελό, απερίγραπτο συναίσθημα που μόνο ο ΠΑΟΚτζής γνωρίζει! Ενα συναίσθημα που δεν στηρίζεται σε τίτλους και επιτυχίες, ούτε σε μεγάλα ονόματα και πρόσωπα. Ενα συναίσθημα που περικλείεται σε 4 γράμματα που προσδίδουν μεγαλείο και περηφάνια. Είχα ήδη "ψηθεί" ξανά…

7 το απόγευμα -2,5 ώρες πριν ξεκινήσει το παιχνίδι- ήμουν στην Τούμπα! Ολα αλλαγμένα και όλα ίδια! Με το πέρασμα των χρόνων γίνανε πολλές ανακαινίσεις, διορθώσεις, προσθήκες όχι μόνο στο γήπεδο αλλά και στη γύρω περιοχή. Ομως το εμβληματικό γήπεδο παρέμενε εκεί και παρά τα νέα του φτιασίδια ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να κρύψει την ηλικία του. Η περιοχή είχε αναπλαστεί αλλά ο κόσμος εξακολουθούσε να προτιμάει να κάθεται στο κράσπεδο με την πλάτη του ακουμπισμένη στο γήπεδο, οι καντίνες και οι υπαίθριες ψησταριές είχαν δεκαπλασιαστεί και η ατμόσφαιρα είχε ποτίσει από τη γνώριμη τσικνίλα, τις ρετσίνες τις μπύρες και άλλα, πλανόδιοι πάγκοι με κασκόλ, καπελάκια κι αναμνηστικά παντού –ακόμα και έξω από τη μπουτίκ της ομάδας με τα αυθεντικά προϊόντα- και ο κόσμος… ο κόσμος… ο κόσμος του ΠΑΟΚ, άντρες, γυναίκες, παιδιά, όλες οι ηλικίες, σε παρέες, μόνοι, φορώντας φανέλες του ΠΑΟΚ τωρινές ή άλλων εποχών, συνδεσμίτικες, με στάμπες του δικέφαλου αετού, συνθήματα, ονόματα, με γέλια, με κουβέντες, με πειράγματα, με αγωνία, όλα κομπλέ… Μια άλλη κοινωνία, όλα κομπλέ! Ολοι με όλους, εκεί!

Μπήκα στο γήπεδο ήδη φτιαγμένος! Ορθιος άρχισα να κοιτάω γύρω μου σαν να μην είχα ξαναμπεί ποτέ. Το μάτι μου στάθηκε στην θύρα 4 και θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια, στιγμές και αναμνήσεις όλες συνδυασμένες με τον ΠΑΟΚ. Την στιγμή που πρωτοπάτησα αυτά τα τσιμέντα (1973) μαζί με τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου, το δέος που ένιωθα από τη βουή που συνόδευε την είσοδο της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο, το πρωτάθλημα του 1984-85 στην θ4, τα μεγάλα παιχνίδια με την Μπάγερν και την Νάπολι, τις απογευματινές κοπάνες από το σχολείο όταν υπήρχε αγώνας κυπέλλου τις Τετάρτες, τις χαρές, τις αγωνίες, τις λύπες, όλα άρχισαν να ξανάρχονται στο μυαλό και να με στέλνουν στα χρόνια εκείνα!

Αρχισα να ανεβαίνω την κερκίδα και όταν βρήκα τη θέση μου είδα ότι εκεί καθόταν ένα αγόρι και δίπλα η κοπελιά του. Βγάζανε selfie και γελούσαν χαρούμενοι. Η φανέλα του νεαρού έγραφε PAOK Club Hamburg. Δεν τους είπα τίποτα κι έκατσα κάπου αλλού, αποφασισμένος όταν θα έρθει ο κάτοχός της να μετακινηθώ παραδίπλα, ενδεχομένως στα σκαλάκια, όπως τότε που δεν είχαμε αριθμημένα εισιτήρια και δεν μας ένοιαζε κιόλας. Ο κάτοχός της νέας θέσης μου δεν εμφανίστηκε ποτέ παρά το γεγονός ότι το γήπεδο ήταν "πίτα". Μάλλον κι αυτός καθόταν κάπου αλλού!

Οι παίκτες του AJAX μπήκαν κι ακούσανε τις αφιερώσεις για το τι ακριβώς θα πάθει η μικρή η Ολλανδέζα η π...άνα από τον ΠΑΟΚ, οι δικοί μας αποθεώθηκαν. Ολα κομπλέ! Η ατμόσφαιρα ήταν Τουμπίσια, γνήσια ποδοσφαιρική, βγαλμένη λες από άλλες εποχές. Ολοι όρθιοι, το ματς να ξεκινάει φανταστικά, γρήγορο γκολ, άχαστες ευκαιρίες που …χάθηκαν, να στραβώνει λίγο πριν το ημίχρονο και στο τέλος η στραβή να ολοκληρώνεται. Η μουρμούρα του ημιχρόνου έγινε γκρίνια, όλοι είχαν άποψη, όλοι ξέρανε καλύτερα και τα ‘χαν ‘πει από την προηγούμενη, όλοι με όλους και εναντίον όλων. Ολα κομπλέ!

Μέχρι να βγω, να περιπλανηθώ στα στενά της Τούμπας, να ξεπαρκάρω και να φτάσω στον περιφερειακό πέρασε μία ώρα! Οταν πια έφτασα στο σπίτι ήταν ήδη …αύριο! Θυμήθηκα τα λόγια του κολλητού μου ότι πρέπει να πηγαίνουμε μπροστά και όχι πίσω κι έβαλα τα γέλια! Μα η ζωή προχωράει έτσι κι αλλιώς, το μέλλον έρχεται είτε το θέλεις είτε όχι. Ακόμα κι αν σκαλώσεις ή επιλέξεις συνειδητά να μην προχωρήσεις θα μείνεις απλά στάσιμος σε έναν κόσμο που προχωράει κι εξελίσσεται. Αυτό όμως που δεν μπορείς να κάνεις είναι να πας πίσω, στην εποχή που μεγάλωσες και άρχισες να νιώθεις, όσο κι αν το θέλεις, όσο κι αν το νοσταλγείς. Κι όμως, αυτό ακριβώς ήταν που έπαθα εγώ χθες! Επέστρεψα 30 χρόνια πίσω, στα χρόνια της νιότης μου σ’ ένα περιβάλλον και μία ατμόσφαιρα ίδια με εκείνη την εποχή! Με όχημα μια τεράστια ομάδα, μια μεγαλειώδη ιδέα, ένα ασύλληπτο μέγεθος!

Επεσα για ύπνο πραγματικά περήφανος που είμαι ΠΑΟΚ!

04.08.2016
Κ.Π.

Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2016

Ανεκτικότητα Ή Ο άλλος θα μπορούσες να είσαι εσύ

Η εμπειρία ζωής μου λέει ότι το μίσος προς τους άλλους ανθρώπους είναι καλυμμένο μίσος προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Οποιος περιφρονεί τους άλλους δεν αντέχει τον εαυτό του.

Κόντρα στην περιφρόνηση μας δίδαξαν πάντα την ανεκτικότητα, και σε πολλούς αιώνες, που αυτή κάθε άλλο παρά αυτονόητη ήταν, θα είχε κάνει τη ζωή ανάμεσα σε ξένους πολιτισμούς πιο υποφερτή. Ομως η ανεκτικότητα αποτελεί πράγματι τη λύση των παγκόσμιων προβλημάτων; Παρ' όλο που θέλω να μείνω πραγματιστής, πιστεύω ότι δεν επαρκεί απόλυτα, αφού ανεκτικότητα σημαίνει ανοχή. Η ανεκτικότητα όσο ανθρωπιστική κι αν είναι, μας καλεί να δεχτούμε τον άλλο.
Για μένα αυτό είναι κάπως λίγο. Εγώ πηγαίνω με τους σύγχρονους, όπως τον υπέροχο δημοσιογράφο Georg Stefan Troller. Αυτός ρωτήθηκε γιατί έχει γυρίσει τόσες ταινίες για ανάπηρους και φυλακισμένους. Απάντησε: «Επειδή όλοι μας κατά κάποιον τρόπο είμαστε ανάπηροι. μέσα από τον πόλεμο, από τους γονείς, μέσα από μια ερωτική απογοήτευση». Και σχετικά με τους φυλακισμένους: «Το θέμα είναι, βλέποντας έναν άγνωστο προς αυτούς και στην αρχή εντελώς αντιπαθητικό άνθρωπο, οι θεατές να πουν: Μα αυτός είμαι εγώ».

Δεν είναι λοιπόν το θέμα η ανεκτικότητα απέναντι στον άγνωστο προς εμένα, αλλά ο σεβασμός απέναντι σε αυτόν, αφού αυτός ή οι άλλοι, αυτός ή αυτοί που συναντώ στο δρόμο σε αναπηρικό καρότσι ή σε μια μακρινή χώρα, αυτός ή αυτοί θα μπορούσαν να είμαι εγώ ο ίδιος.
Μόνο μια σύμπτωση, τίποτε άλλο από μια σύμπτωση το θέλησε διαφορετικά.
Peter Ustinov
"Προσοχή! Προκαταλήψεις"
2003

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ


Το "Απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ" είναι μια πραγματικά απίστευτη, ξεκαρδιστική περιπέτεια απ' άκρη σ' άκρη της Ευρώπης και έξω από αυτή, μια ιστορία έρωτα πιο αφρισμένη και σπαρταριστή κι από αναψυκτικό με ανθρακικό, μα και καρπός περισυλλογής γύρω από μια τρομερή πραγματικότητα: τη μάχη που δίνουν καθημερινά οι παράνομοι μετανάστες, οι απόλυτοι τυχοδιώκτες του εικοστού πρώτου αιώνα.

...
Οσο οι ξύλινες σανίδες του κιβωτίου έτριζαν κάτω από τα συντριπτικά χτυπήματα του σιδηρολοστού, ο Ατζατασάτρου φανταζόταν τους Αφρικανούς να πηδάνε σαν αιλουροειδή μέσα στη νύχτα, σκαρφαλώνοντας σε όλα τα φορτηγά εν κινήσει που είχαν σημαδέψει τη διαδρομή τους ίσαμε εδώ. Ο Βιράζ είχε ομολογήσει ότι έμπαιναν επίσης στις καρότσες όσο οι οδηγοί ξεκουράζονταν στις στάσεις των αυτοκινητόδρομων, αργά τη νύχτα και ει δυνατόν όταν έβρεχε, ώστε ο θόρυβος της βροχής να καλύπτει τον ήχο απ' τις κινήσεις τους. Τους φαντάστηκε κρυμμένους πίσω απ' τα κοντέινερ, να ξεπαγιάζουν, λιμασμένοι και με κομμένη την ανάσα.
Ομως όλα τα ταξίδια έχουν το τέλος τους ακόμα και τα πιο δύσκολα, ακόμα κι αυτά που δοκιμάζουν τις αντοχές σου, και αυτοί οι άντρες ήταν καθ' οδόν προς φιλόξενο λιμάνι, παρ' ότι το Λονδίνο, περιτριγυρισμένο από στεριά, δε μετρούσε για λιμάνι. Είχαν πετύχει στην αποστολή τους. Θα μπορούσαν να αναζητήσουν εργασία και να στείλουν λεφτά στους δικούς τους. Και ο Ατζατασάτρου ήταν ευτυχής που βρισκόταν μαζί τους στο νήμα του τερματισμού, που ήταν μάρτυρας της ευόδωσης του γενναίου εγχειρήματός τους.

«Τα 'χεις καταλάβει όλα, Βιράζ - όταν δε σου δίνουν αυτό που αξίζεις, πρέπει να το παίρνεις μόνος σου. Πρόκειται για αρχή που όριζε ανέκαθεν τη ζωή μου» πρόσθεσε, χωρίς να διευκρινίσει ότι στον ωραίο αυτό ορισμό συμπεριλαμβανόταν και η πτήση με το αεροπλάνο.
Ο Ινδός μόλις είχε καταλάβει ότι απέναντί του είχε τους πραγματικούς τυχοδιώκτες του 21ου αιώνα. Δεν ήταν οι λευκοί ιστιοπλόοι, με τα σκάφη τους των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και τα πανιά τους ανοιχτά στον άνεμο καθώς έκαναν μόνοι τους τον γύρο του κόσμου, τους οποίους τους είχαν χεσμένους όλοι εκτός απ' τους χορηγούς επικοινωνίας τους. Αυτοί δεν είχαν πια τίποτα καινούριο ν' ανακαλύψουν.

Ο Ατζατασάτρου χαμογέλασε μες στο σκοτάδι της νύχτας. Ηθελε κι αυτός, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, να κάνει κάτι για κάποιον άλλον κι όχι μονάχα για τον εαυτό του...
Romain Puértolas
"Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ"
2013

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2015

Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός


Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός.
Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας.
Αυτή η μάρκα πονηρών βουλώνει τρύπες· πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικητές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους.

Ενας τέτοιος έφτασε να γίνει πρωθυπουργός· δεν διέθετε καμία έμφυτη κοινωνική επιρροή (λάμψη, ευφυΐα, παράστημα, γοητεία, ευφράδεια), σιχαινόταν τη συνάφεια με τον κόσμο (μετά τις αναγκαστικές χειραψίες είχε στο αυτοκίνητο ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα για να απολυμαίνει τα χέρια του) και ήταν τόσο σοβαρός, που γινόταν αστείος.
Ομως δεν χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος για τίποτα, τη δουλειά είχαν αναλάβει εργολαβία τα κανάλια και οι εφημερίδες· και όποτε το επιχειρούσε, το σαθρό και ολίγιστο μέσα του τον εξέθεταν.
Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυλισμούς των σεισμόπληκτων· κοίταξε ξινά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπόλυτα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέινερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί ανθρώπινα, τα ρώτησε: «Πού είναι πιο καλά, εδώ ή στο σπίτι;».
Διονύσης Χαριτόπουλος
"Εγχειρίδειο βλακείας"
2008

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015

Ο κύκλος του ενενήντα εννιά

«Χοντρέ, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει;»
«Ε;»
«Αυτό σκέφτομαι μερικές φορές. Η σχέση μου με την Γκαμπριέλα πάει πολύ καλά, καλύτερα από παλιά. Ομως δεν είναι όπως θα ήθελα. Ξέρω κι εγώ; Λείπει πάθος, φλόγα ή ίσως διασκέδαση. Στο πανεπιστήμιο  μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πάω στα μαθήματα, μαθαίνω, γράφω εξετάσεις και περνάω. Κάτι μένει ανολοκλήρωτο, όμως. Δεν νιώθω ικανοποιημένος, δεν αισθάνομαι μια καθημερινή απόλαυση ότι σπουδάζω αυτό που επιθυμώ. Το ίδιο και με τη δουλειά μου. Είναι καλή, με πληρώνουν αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό που θα ήθελα να κερδίζω εγώ»
«Και σ' όλα το ίδιο;»
«Ετσι νομίζω. Ποτέ δεν ησυχάζω και να πω: "Εντάξει, τώρα όλα είναι καλά". Το ίδιο παθαίνω με τον αδερφό μου, με τους φίλους, με τα χρήματα, με τη φυσική μου κατάσταση... Με όσα, τελικά, με ενδιαφέρουν.»
«Πριν από μερικές εβδομάδες, όταν είχες αγχωθεί με την κατάσταση στο σπίτι σου, δεν το ένιωθες αυτό;»
«Ναι, υποθέτω. Ομως με απασχολούσαν άλλα πράγματα σοβαρότερα, που τα κάλυπταν αυτά. Τα σημερινά είναι κατά κάποιον τρόπο "μια πολυτέλεια", που θα έδινε πληρότητα σ' όλα τα άλλα.»
«Δηλαδή, η ανησυχία σου αυτή εμφανίζεται όταν εξαφανίζονται τα μεγάλα προβλήματα.»
«Ναι.»
«Δηλαδή το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν έχεις πρόβλημα.»
«Τι;»
«Δηλαδή όταν όλα βελτιώνονται.»
«Ε... ναι.»
«Πες μου κάτι Ντεμιάν. Τι νιώθεις όταν παραδέχεσαι ότι το πρόβλημά σου αρχίζει όταν όλα πηγαίνουν καλύτερα;»
«Νιώθω βλάκας.»
«Η αλήθεια να λέγεται, Ντεμιάν» είπε ο Χοντρός. «Πάει καιρός που δεν σου έχω πει παραμύθι με βασιλιά, έτσι δεν είναι;»
«Πράγματι.»
«Ηταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς, ας πούμε, "κλασικός".»
«Τι είναι ο "κλασικός βασιλιάς", δηλαδή;»
«Ο κλασικός βασιλιάς του παραμυθιού είναι ένας βασιλιάς ισχυρός, που έχει μεγάλη περιουσία, ένα υπέροχο παλάτι, εκλεκτές λιχουδιές στο τραπέζι του, ωραίες συζύγους και μπορεί ν' αποκτήσει ό,τι θέλει. Και παρ' όλα αυτά δεν είναι ευτυχισμένος.»
«Α...»
«Κι όσο πιο κλασικό είναι το παραμύθι τόσο πιο δυστυχισμένος είναι ο βασιλιάς.»
«Κι αυτός ο βασιλιάς πόσο κλασικός ήταν;»
«Πολύ κλασικός.»
«Βρε τον κακομοίρη!»


Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη που ήταν πανευτυχής, όπως κάθε υπηρέτης θλιμμένου βασιλιά.
Κάθε πρωί ξυπνούσε το βασιλιά και του έφερνε το πρόγευμά του τραγουδώντας  χαρούμενα τραγουδάκια των γελωτοποιών. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο χαμόγελο, κι όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Μια μέρα, ο βασιλιάς τον φώναξε.
«Ποιο είναι το μυστικό σου;» του είπε.
«Ποιο μυστικό μεγαλειότατε;»
«Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;»
«Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, μεγαλειότατε.»
«Μη μου λες ψέματα. Εχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές από ένα ψέμα.»
«Δεν σας λέω ψέματα, μεγαλειότατε. Δεν κρύβω κανένα μυστικό.»
«Και γιατί είσαι συνέχεια κεφάτος και ευτυχισμένος; Ε; Γιατί;»
«Μα δεν έχω κανένα λόγο να είμαι θλιμμένος. Η μεγαλειότητά σας με τιμά που με έχει στην υπηρεσία της. Εχω γυναίκα και παιδιά και ζούμε στο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή και, επιπλέον, η μεγαλειότητά σας μας χαρίζει κάθε τόσο λίγα χρήματα για να ικανοποιούμε κανένα καπρίτσιο. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;»
«Αν δεν μου πεις τώρα αμέσως το μυστικό σου, θα διατάξω να σε αποκεφαλίσουν.» είπε ο βασιλιάς. «Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μόνο με αυτά που είπες.»
«Μα βασιλιά μου, δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ θα ήθελα να σας ικανοποιήσω, όμως, δεν έχω τίποτα κρυφό.»
«Φύγε, φύγε από μπροστά μου προτού φωνάξω το δήμιο!»
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια υπόκλιση και βγήκε από τη σάλα.
Ο βασιλιάς πήγαινε να τρελαθεί. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτός, ο βαλές του, ήταν τόσο ευτυχισμένος ζώντας με δανεικά, με μεταχειρισμένα και παλιά ρούχα και τρώγοντας τα περισσεύματα των αυλικών.
Οταν ηρέμησε, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του περιέγραψε τη συζήτηση που είχε κάνει το ίδιο πρωί.
«Γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;»
«Α, μεγαλειότατε, επειδή βρίσκεται έξω από τον κύκλο.»
«Εξω από τον κύκλο;»
«Ναι.»
«Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;»
«Οχι, μεγαλειότατε. Ετσι δεν είναι δυστυχισμένος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Αν είσαι στον κύκλο είσαι δυστυχής;»
«Ακριβώς.»
«Κι αυτός δεν είναι.»
«Ναι.»
«Και πως βγήκε;»
«Δεν μπήκε ποτέ.»
«Τι κύκλος είναι αυτός;»

«Ο κύκλος του ενενήντα εννιά.»
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»
«Βασιλιά μου, θα καταλάβεις μόνο αν μ' αφήσεις να σου το δείξω στην πράξη.»
«Πώς δηλαδή;»
«Αν μ' αφήσεις να βάλω τον βαλέ σου στον κύκλο.»
«Ναι, ας τον αναγκάσουμε να μπει.»
«Δεν χρειάζεται, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.»
«Μα δεν θα αντιληφθεί ότι έτσι θα γίνει δυστυχισμένος άνθρωπος;»
«Θα το αντιληφθεί.»
«Ε, τότε, δεν πρόκειται να μπει.»
 «Δεν θα μπορέσει να το αποφύγει.»
«Μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει και παρ' όλα αυτά θα μπει και δεν θα μπορεί μετά να βγει;»
«Ετσι είναι, μεγαλειότατε. Θέλεις να χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη για να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κύκλος;»
«Ναι.»
«Εντάξει τότε. Σήμερα το βράδυ θα περάσω να σε πάρω. Να ετοιμάσεις ένα σακί με ενενήντα εννιά χρυσά φλουριά. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.»
«Και τι άλλο; Να πάρω και τους φρουρούς μου;»
«Μόνο το σακί με τα χρήματα. Θα τα πούμε το βράδυ, μεγαλειότατε.»
«Σύμφωνοι.»
Πράγματι, τη νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει το βασιλιά. Πήγαν μαζί κρυφά στην αυλή του παλατιού και κρύφτηκαν πίσω από το σπίτι του υπηρέτη. Εκεί περίμεναν να ξημερώσει.
Μέσα στο σπίτι άναψε το πρώτο κερί. Ο σοφός έδεσε στο σακί με τα φλουριά ένα μήνυμα που έλεγε:
 
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
 
Εδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε και ξανακρύφτηκε.
Οταν βγήκε ο υπηρέτης, ο σοφός και ο βασιλιάς τον παρακολουθούσαν πίσω από τους θάμνους.
Ανοιξε το σακί, διάβασε το μήνυμα, άκουσε το μεταλλικό θόρυβο του χρήματος και αναρρίγησε. Εσφιξε το θησαυρό στο στήθος του, κοίταξε ολόγυρα μήπως τον παρακολουθεί κανένας και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι.
Ακούστηκε η κλειδαριά, και ο βασιλιάς με το σοφό πλησίασαν στο παράθυρο να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του βαλέ.
Είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, εκτός από ένα κερί. Καθόταν στην καρέκλα και άδειαζε το περιεχόμενο του σάκου. Τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
Ηταν ένα βουνό από χρυσά φλουριά!
Αυτός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα, τώρα είχε ένα ολάκερο βουνό!
Ο υπηρέτης τα χάιδευε και τα έκανε στοίβες. Τα κοίταζε και τα χάζευε πως έλαμπαν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε και τα σκορπούσε, τα έκανε σωρούς.
Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι... Στο μεταξύ πρόσθετε, είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα... ώσπου έκανε την τελευταία στοίβα και... ήταν μόνο εννιά φλουριά!
Στην αρχή έψαξε με το βλέμμα το τραπέζι, αναζητώντας ένα ακόμα νόμισμα. Υστερα στο πάτωμα και μέσα στο σακί.
«Δεν είναι δυνατόν» σκέφθηκε. Εστησε την τελευταία στοίβα με φλουριά δίπλα στις υπόλοιπες και είδε πως ήταν πιο χαμηλή.
«Με λήστεψαν!» φώναξε. «Κερατάδες! Μ' έκλεψαν!»
Εψαξε ξανά επάνω στο τραπέζι, από κάτω, στο σακί, στα ρούχα του, στις τσέπες του, κάτω από τα έπιπλα... Μα δεν βρήκε αυτό που γύρευε.
Επάνω στο τραπέζι, σαν να τον περιγελούσε, στεκόταν μια στήλη με αστραφτερά χρυσά φλουριά και του υπενθύμιζε πως ήταν ενενήντα εννιά. Μόνο ενενήντα εννιά.
«Ενενήντα εννιά φλουριά. Είναι πολλά λεφτά» συλλογίστηκε. «Μου λείπει όμως ένα. Ενενήντα εννιά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Τα εκατό είναι, αλλά όχι ενενήντα εννιά.»
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλός του κοίταζαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ηταν σκυθρωπός, τα χαρακτηριστικά του τεταμένα. Τα μάτια είχαν γίνει μικρά και μισόκλειστα, το στόμα του είχε στραβώσει σ' ένα φοβερό μορφασμό κι έδειχνε τα δόντια του.
Ο υπηρέτης φύλαξε τα φλουριά στο σακί και, κοιτάζοντας ολόγυρα μήπως τον βλέπει κανένας, το έκρυψε ανάμεσα στα καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και καλαμάρι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό έπρεπε να κάνει οικονομίες για να αποκτήσει το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος του, μεγαλόφωνα.
Ηταν πρόθυμος να δουλέψει σκληρά για να το αποκτήσει. Υστερα, δεν θα είχε πια ανάγκη να δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά, ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται και να μη δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά ζεις άνετα, χωρίς σκοτούρες.
Τελείωσε τους λογαριασμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην μπάντα το μηνιάτικό του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε έντεκα με δώδεκα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
«Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά», σκέφτηκε.
Θα μπορούσε να πει στη γυναίκα του να ψάξει κι εκείνη για δουλειά στο χωριό για ένα διάστημα. Επιπλέον, εκείνος τελείωνε τη δουλειά του στο παλάτι στις πέντε το απόγευμα, άρα, μπορούσε να δουλέψει ύστερα ως αργά το βράδυ και να βγάλει κάποια χρήματα.
Εκανε λογαριασμούς. Με την έξτρα δουλειά στο χωριό και τη δουλειά της γυναίκας του θα συγκέντρωνε τα χρήματα σε εφτά χρόνια.
Ηταν πάρα πολύς καιρός!
Ισως να μπορούσε να πουλήσει στο χωριό το φαγητό που περίσσευε και να κερδίσει κάτι. Πράγματι, όσο λιγότερο έτρωγαν τόσο περισσότερο θα πουλούσαν.
Να πουλήσουν, να πουλήσουν...
Εκανε ζέστη. Τι τα ήθελαν τα χειμωνιάτικα ρούχα; Τι το ήθελαν το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια;
Θα έκαναν θυσίες. Ομως ύστερα από τέσσερα χρόνια θα αποκτούσε το εκατοστό φλουρί.
Ο βασιλιάς και ο σοφός γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννιά.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα. Ενα πρωί, ο βαλές μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του βασιλιά χτυπώντας την πόρτα, γκρινιάζοντας, πολύ κακόκεφος.
«Μα τι έπαθες;»
«Τίποτα δεν έπαθα.»
«Δεν πάει πολύς καιρός που όλο γελούσες και τραγουδούσες.»
«Κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω. Τι άλλο θέλει η μεγαλειότητά σας; Να κάνω μήπως τον γελωτοποιό και τον τραγουδιστή;»
Σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη. Δεν είναι ευχάριστο να σε υπηρετεί κάποιος που συνεχώς είναι κακόκεφος.
 
«Και σήμερα, τώρα που μιλούσαμε, θυμήθηκα το παραμύθι του βασιλιά και του υπηρέτη του.
Εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευτεί σ' αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
Γι' αυτό, μάθαμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν θα ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...
Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή...

Τι θα συνέβαινε όμως

αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας
και αντιλαμβανόμασταν, έτσι ξαφνικά,
ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας
είναι το εκατό τοις εκατό 100% του θησαυρού.
Οτι δεν μας λείπει τίποτα,
κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα,
το εκατό δεν είναι καθόλου
πιο στρογγυλός αριθμός
από το ενενήντα εννιά.
Αυτό είναι μόνο μια παγίδα,
ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
για να είμαστε βλάκες,
για να σέρνουμε το κάρο,
κουρασμένοι, κακόκεφοι,
δυστυχείς και συμβιβασμένοι.
Μια παγίδα για να μη σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε
και για να μείνουν όλα όπως έχουν.
Αιωνίως τα ίδια!
Πόσα πράγματα θα άλλαζαν
αν μπορούσαμε να απολαύσουμε
τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι.

Προσοχή, όμως, Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενήντα εννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε.
Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.
Ομως, αυτό είναι σε άλλο παραμύθι.»
Jorge Bucay
"Να σου πω μια ιστορία"
2006