Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015

Ο κύκλος του ενενήντα εννιά

«Χοντρέ, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει;»
«Ε;»
«Αυτό σκέφτομαι μερικές φορές. Η σχέση μου με την Γκαμπριέλα πάει πολύ καλά, καλύτερα από παλιά. Ομως δεν είναι όπως θα ήθελα. Ξέρω κι εγώ; Λείπει πάθος, φλόγα ή ίσως διασκέδαση. Στο πανεπιστήμιο  μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πάω στα μαθήματα, μαθαίνω, γράφω εξετάσεις και περνάω. Κάτι μένει ανολοκλήρωτο, όμως. Δεν νιώθω ικανοποιημένος, δεν αισθάνομαι μια καθημερινή απόλαυση ότι σπουδάζω αυτό που επιθυμώ. Το ίδιο και με τη δουλειά μου. Είναι καλή, με πληρώνουν αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό που θα ήθελα να κερδίζω εγώ»
«Και σ' όλα το ίδιο;»
«Ετσι νομίζω. Ποτέ δεν ησυχάζω και να πω: "Εντάξει, τώρα όλα είναι καλά". Το ίδιο παθαίνω με τον αδερφό μου, με τους φίλους, με τα χρήματα, με τη φυσική μου κατάσταση... Με όσα, τελικά, με ενδιαφέρουν.»
«Πριν από μερικές εβδομάδες, όταν είχες αγχωθεί με την κατάσταση στο σπίτι σου, δεν το ένιωθες αυτό;»
«Ναι, υποθέτω. Ομως με απασχολούσαν άλλα πράγματα σοβαρότερα, που τα κάλυπταν αυτά. Τα σημερινά είναι κατά κάποιον τρόπο "μια πολυτέλεια", που θα έδινε πληρότητα σ' όλα τα άλλα.»
«Δηλαδή, η ανησυχία σου αυτή εμφανίζεται όταν εξαφανίζονται τα μεγάλα προβλήματα.»
«Ναι.»
«Δηλαδή το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν έχεις πρόβλημα.»
«Τι;»
«Δηλαδή όταν όλα βελτιώνονται.»
«Ε... ναι.»
«Πες μου κάτι Ντεμιάν. Τι νιώθεις όταν παραδέχεσαι ότι το πρόβλημά σου αρχίζει όταν όλα πηγαίνουν καλύτερα;»
«Νιώθω βλάκας.»
«Η αλήθεια να λέγεται, Ντεμιάν» είπε ο Χοντρός. «Πάει καιρός που δεν σου έχω πει παραμύθι με βασιλιά, έτσι δεν είναι;»
«Πράγματι.»
«Ηταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς, ας πούμε, "κλασικός".»
«Τι είναι ο "κλασικός βασιλιάς", δηλαδή;»
«Ο κλασικός βασιλιάς του παραμυθιού είναι ένας βασιλιάς ισχυρός, που έχει μεγάλη περιουσία, ένα υπέροχο παλάτι, εκλεκτές λιχουδιές στο τραπέζι του, ωραίες συζύγους και μπορεί ν' αποκτήσει ό,τι θέλει. Και παρ' όλα αυτά δεν είναι ευτυχισμένος.»
«Α...»
«Κι όσο πιο κλασικό είναι το παραμύθι τόσο πιο δυστυχισμένος είναι ο βασιλιάς.»
«Κι αυτός ο βασιλιάς πόσο κλασικός ήταν;»
«Πολύ κλασικός.»
«Βρε τον κακομοίρη!»


Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη που ήταν πανευτυχής, όπως κάθε υπηρέτης θλιμμένου βασιλιά.
Κάθε πρωί ξυπνούσε το βασιλιά και του έφερνε το πρόγευμά του τραγουδώντας  χαρούμενα τραγουδάκια των γελωτοποιών. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο χαμόγελο, κι όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Μια μέρα, ο βασιλιάς τον φώναξε.
«Ποιο είναι το μυστικό σου;» του είπε.
«Ποιο μυστικό μεγαλειότατε;»
«Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;»
«Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, μεγαλειότατε.»
«Μη μου λες ψέματα. Εχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές από ένα ψέμα.»
«Δεν σας λέω ψέματα, μεγαλειότατε. Δεν κρύβω κανένα μυστικό.»
«Και γιατί είσαι συνέχεια κεφάτος και ευτυχισμένος; Ε; Γιατί;»
«Μα δεν έχω κανένα λόγο να είμαι θλιμμένος. Η μεγαλειότητά σας με τιμά που με έχει στην υπηρεσία της. Εχω γυναίκα και παιδιά και ζούμε στο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή και, επιπλέον, η μεγαλειότητά σας μας χαρίζει κάθε τόσο λίγα χρήματα για να ικανοποιούμε κανένα καπρίτσιο. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;»
«Αν δεν μου πεις τώρα αμέσως το μυστικό σου, θα διατάξω να σε αποκεφαλίσουν.» είπε ο βασιλιάς. «Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μόνο με αυτά που είπες.»
«Μα βασιλιά μου, δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ θα ήθελα να σας ικανοποιήσω, όμως, δεν έχω τίποτα κρυφό.»
«Φύγε, φύγε από μπροστά μου προτού φωνάξω το δήμιο!»
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια υπόκλιση και βγήκε από τη σάλα.
Ο βασιλιάς πήγαινε να τρελαθεί. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτός, ο βαλές του, ήταν τόσο ευτυχισμένος ζώντας με δανεικά, με μεταχειρισμένα και παλιά ρούχα και τρώγοντας τα περισσεύματα των αυλικών.
Οταν ηρέμησε, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του περιέγραψε τη συζήτηση που είχε κάνει το ίδιο πρωί.
«Γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;»
«Α, μεγαλειότατε, επειδή βρίσκεται έξω από τον κύκλο.»
«Εξω από τον κύκλο;»
«Ναι.»
«Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;»
«Οχι, μεγαλειότατε. Ετσι δεν είναι δυστυχισμένος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Αν είσαι στον κύκλο είσαι δυστυχής;»
«Ακριβώς.»
«Κι αυτός δεν είναι.»
«Ναι.»
«Και πως βγήκε;»
«Δεν μπήκε ποτέ.»
«Τι κύκλος είναι αυτός;»

«Ο κύκλος του ενενήντα εννιά.»
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»
«Βασιλιά μου, θα καταλάβεις μόνο αν μ' αφήσεις να σου το δείξω στην πράξη.»
«Πώς δηλαδή;»
«Αν μ' αφήσεις να βάλω τον βαλέ σου στον κύκλο.»
«Ναι, ας τον αναγκάσουμε να μπει.»
«Δεν χρειάζεται, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.»
«Μα δεν θα αντιληφθεί ότι έτσι θα γίνει δυστυχισμένος άνθρωπος;»
«Θα το αντιληφθεί.»
«Ε, τότε, δεν πρόκειται να μπει.»
 «Δεν θα μπορέσει να το αποφύγει.»
«Μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει και παρ' όλα αυτά θα μπει και δεν θα μπορεί μετά να βγει;»
«Ετσι είναι, μεγαλειότατε. Θέλεις να χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη για να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κύκλος;»
«Ναι.»
«Εντάξει τότε. Σήμερα το βράδυ θα περάσω να σε πάρω. Να ετοιμάσεις ένα σακί με ενενήντα εννιά χρυσά φλουριά. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.»
«Και τι άλλο; Να πάρω και τους φρουρούς μου;»
«Μόνο το σακί με τα χρήματα. Θα τα πούμε το βράδυ, μεγαλειότατε.»
«Σύμφωνοι.»
Πράγματι, τη νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει το βασιλιά. Πήγαν μαζί κρυφά στην αυλή του παλατιού και κρύφτηκαν πίσω από το σπίτι του υπηρέτη. Εκεί περίμεναν να ξημερώσει.
Μέσα στο σπίτι άναψε το πρώτο κερί. Ο σοφός έδεσε στο σακί με τα φλουριά ένα μήνυμα που έλεγε:
 
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
 
Εδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε και ξανακρύφτηκε.
Οταν βγήκε ο υπηρέτης, ο σοφός και ο βασιλιάς τον παρακολουθούσαν πίσω από τους θάμνους.
Ανοιξε το σακί, διάβασε το μήνυμα, άκουσε το μεταλλικό θόρυβο του χρήματος και αναρρίγησε. Εσφιξε το θησαυρό στο στήθος του, κοίταξε ολόγυρα μήπως τον παρακολουθεί κανένας και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι.
Ακούστηκε η κλειδαριά, και ο βασιλιάς με το σοφό πλησίασαν στο παράθυρο να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του βαλέ.
Είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, εκτός από ένα κερί. Καθόταν στην καρέκλα και άδειαζε το περιεχόμενο του σάκου. Τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
Ηταν ένα βουνό από χρυσά φλουριά!
Αυτός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα, τώρα είχε ένα ολάκερο βουνό!
Ο υπηρέτης τα χάιδευε και τα έκανε στοίβες. Τα κοίταζε και τα χάζευε πως έλαμπαν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε και τα σκορπούσε, τα έκανε σωρούς.
Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι... Στο μεταξύ πρόσθετε, είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα... ώσπου έκανε την τελευταία στοίβα και... ήταν μόνο εννιά φλουριά!
Στην αρχή έψαξε με το βλέμμα το τραπέζι, αναζητώντας ένα ακόμα νόμισμα. Υστερα στο πάτωμα και μέσα στο σακί.
«Δεν είναι δυνατόν» σκέφθηκε. Εστησε την τελευταία στοίβα με φλουριά δίπλα στις υπόλοιπες και είδε πως ήταν πιο χαμηλή.
«Με λήστεψαν!» φώναξε. «Κερατάδες! Μ' έκλεψαν!»
Εψαξε ξανά επάνω στο τραπέζι, από κάτω, στο σακί, στα ρούχα του, στις τσέπες του, κάτω από τα έπιπλα... Μα δεν βρήκε αυτό που γύρευε.
Επάνω στο τραπέζι, σαν να τον περιγελούσε, στεκόταν μια στήλη με αστραφτερά χρυσά φλουριά και του υπενθύμιζε πως ήταν ενενήντα εννιά. Μόνο ενενήντα εννιά.
«Ενενήντα εννιά φλουριά. Είναι πολλά λεφτά» συλλογίστηκε. «Μου λείπει όμως ένα. Ενενήντα εννιά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Τα εκατό είναι, αλλά όχι ενενήντα εννιά.»
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλός του κοίταζαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ηταν σκυθρωπός, τα χαρακτηριστικά του τεταμένα. Τα μάτια είχαν γίνει μικρά και μισόκλειστα, το στόμα του είχε στραβώσει σ' ένα φοβερό μορφασμό κι έδειχνε τα δόντια του.
Ο υπηρέτης φύλαξε τα φλουριά στο σακί και, κοιτάζοντας ολόγυρα μήπως τον βλέπει κανένας, το έκρυψε ανάμεσα στα καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και καλαμάρι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό έπρεπε να κάνει οικονομίες για να αποκτήσει το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος του, μεγαλόφωνα.
Ηταν πρόθυμος να δουλέψει σκληρά για να το αποκτήσει. Υστερα, δεν θα είχε πια ανάγκη να δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά, ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται και να μη δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά ζεις άνετα, χωρίς σκοτούρες.
Τελείωσε τους λογαριασμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην μπάντα το μηνιάτικό του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε έντεκα με δώδεκα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
«Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά», σκέφτηκε.
Θα μπορούσε να πει στη γυναίκα του να ψάξει κι εκείνη για δουλειά στο χωριό για ένα διάστημα. Επιπλέον, εκείνος τελείωνε τη δουλειά του στο παλάτι στις πέντε το απόγευμα, άρα, μπορούσε να δουλέψει ύστερα ως αργά το βράδυ και να βγάλει κάποια χρήματα.
Εκανε λογαριασμούς. Με την έξτρα δουλειά στο χωριό και τη δουλειά της γυναίκας του θα συγκέντρωνε τα χρήματα σε εφτά χρόνια.
Ηταν πάρα πολύς καιρός!
Ισως να μπορούσε να πουλήσει στο χωριό το φαγητό που περίσσευε και να κερδίσει κάτι. Πράγματι, όσο λιγότερο έτρωγαν τόσο περισσότερο θα πουλούσαν.
Να πουλήσουν, να πουλήσουν...
Εκανε ζέστη. Τι τα ήθελαν τα χειμωνιάτικα ρούχα; Τι το ήθελαν το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια;
Θα έκαναν θυσίες. Ομως ύστερα από τέσσερα χρόνια θα αποκτούσε το εκατοστό φλουρί.
Ο βασιλιάς και ο σοφός γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννιά.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα. Ενα πρωί, ο βαλές μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του βασιλιά χτυπώντας την πόρτα, γκρινιάζοντας, πολύ κακόκεφος.
«Μα τι έπαθες;»
«Τίποτα δεν έπαθα.»
«Δεν πάει πολύς καιρός που όλο γελούσες και τραγουδούσες.»
«Κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω. Τι άλλο θέλει η μεγαλειότητά σας; Να κάνω μήπως τον γελωτοποιό και τον τραγουδιστή;»
Σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη. Δεν είναι ευχάριστο να σε υπηρετεί κάποιος που συνεχώς είναι κακόκεφος.
 
«Και σήμερα, τώρα που μιλούσαμε, θυμήθηκα το παραμύθι του βασιλιά και του υπηρέτη του.
Εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευτεί σ' αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
Γι' αυτό, μάθαμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν θα ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...
Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή...

Τι θα συνέβαινε όμως

αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας
και αντιλαμβανόμασταν, έτσι ξαφνικά,
ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας
είναι το εκατό τοις εκατό 100% του θησαυρού.
Οτι δεν μας λείπει τίποτα,
κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα,
το εκατό δεν είναι καθόλου
πιο στρογγυλός αριθμός
από το ενενήντα εννιά.
Αυτό είναι μόνο μια παγίδα,
ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
για να είμαστε βλάκες,
για να σέρνουμε το κάρο,
κουρασμένοι, κακόκεφοι,
δυστυχείς και συμβιβασμένοι.
Μια παγίδα για να μη σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε
και για να μείνουν όλα όπως έχουν.
Αιωνίως τα ίδια!
Πόσα πράγματα θα άλλαζαν
αν μπορούσαμε να απολαύσουμε
τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι.

Προσοχή, όμως, Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενήντα εννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε.
Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.
Ομως, αυτό είναι σε άλλο παραμύθι.»
Jorge Bucay
"Να σου πω μια ιστορία"
2006

 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014

Αποδελτίωση (ΜΕΤΡΟ, Ιανουάριος 2015)

ΣΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΝ ΟΛΟΜΑΥΡΗ ΡΑΧΗ
(...)
Αλλά για ποιαν ανατροπή πρόκειται; Τι μπορεί να ανατρέψει μια τέχνη που υποστηρίζεται σε τέτοιο βαθμό από ιδιωτικούς οικονομικούς κολοσσούς ή κρατικούς φορείς που, κανονικά, θα έπρεπε να βρίσκονται στο στόχαστρο οποιασδήποτε ανατρεπτικής δραστηριότητας ακριβώς επειδή συντηρούν ό,τι θα έπρεπε να ανατραπεί;
Μήπως, απλώς, πρόκειται για μια ανατροπή των παραδοσιακών δικτύων ανταλλαγής προς όφελος νέων, ακριβώς επειδή η αναζωογόνηση, η επέκταση προς καινούρια πεδία αποτελεί τον καλύτερο τρόπο όχι ανατροπής αλλά, αντιθέτως, ανακύκλωσης, δηλαδή διατήρησης του υπάρχοντος - οποιουδήποτε υπάρχοντος; (...)
Νίκος Δασκαλοθανάσης


ΣΤΟΠ-ΚΑΡΕ
Νέα σκηνικά σε γνωστό φόντο.
Γιατί τέτοια φοβία στη διαφορετικότητα;
Δεν θα υπάρξει κι άλλη κιβωτός του Νώε. Πρέπει να σωθούμε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Εμείς και οι διαφορετικοί εμείς.
Ο Νίτσε λέει να ψάχνουμε την αιωνιότητα στο καθετί.
Ο Πικάσο αποσυνθέτει το μπουκάλι του Περνό για να αναδείξει διαφορετικές προοπτικές.
Ομως ο ρατσισμός κατοικεί στις ψυχές, στην αυτοδικία των δελτίων ειδήσεων.
Για τον Κικέρωνα η προφορά και μόνο της λέξης "ειρήνη" χαϊδεύει την ακοή. Δοκιμάστε το! Δεν έχει σημασία σε ποια γλώσσα. Δεν έχει σημασία ποιος θεός θα τ' ακούσει.
Απλά, κάντε το.
Ετόρε Φερίνι


Η ΞΑΝΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ
Η AGB άλλαξε τρόπο υπολογισμού θεαματικότητας: 10.000 ευρώ μετρητά δίνει ο Λιάγκας, 500 την ημέρα ο Παπαδάκης. Και στο τέλος της βδομάδας μία επίπλωση 5.000 ευρώ...


Κι εσύ, Βαγγέλη μου ξανθέ, τι θέλεις ανάμεσα στους ιλουστρασιόν τύπους που "διδάσκουν" πόνο και πάθος σε 8χρονα παιδιά; Κι αυτά που απορρίπτονται από το music school σας και γυρίζουν σπίτι μαζί με τους ματαιόδοξους γονείς τους, σκέφτηκες τι διδάσκονται;
Κρίμα... μια κρουαζιέρα μου 'ταξες, αλλά δεν νοιάζεσαι πια...
Ευγενία Λουπάκη


ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΑΜΑ ΤΑ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ
(...)
Η τράπεζα θεμάτων έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων, ενώ παράλληλα δυσκολεύει τη διαδικασία εκμάθησης και καταδικάζει ειδικότερα τους μη αποδοτικούς μαθητές. Θεωρητικά, λοιπόν, ο κύριος Λοβέρδος θα έπρεπε να την έχει ήδη καταργήσει.
Αλλά τι να κάνουμε, τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα από λαούς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Σωστά;
Ελένη Μπέλκα
Α' Λυκείου, 1ο ΓΕΛ Κερατσινίου


ΦΥΛΑΚΕΣ ΥΨΙΣΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Τα κελιά της ντροπής είναι εδώ
(...)
Η λειτουργία φυλακών τύπου Γ' στην Ελλάδα δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το πεδίο της οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία διαβιούμε. Είναι η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία η κυβέρνηση μπορεί να παρέχει ελάχιστες ή καμία υλική υπόσχεση, δεν μπορεί να πείσει τους πολίτες ότι υπάρχει κάποια προοπτική οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας. Συνεπώς, η παραγωγή -και κατ' επέκταση η πολιτική διαχείριση εκ μέρους τους κράτους- του φόβου και της ανασφάλειας αποτελεί το μόνο ευνοϊκό πεδίο άσκησης πολιτικής και πιθανής απόσπασης κοινωνικής συναίνεσης.
Οι πολίτες, συνεπώς, πρέπει να πειστούν ότι η σιδηρά επιβολή του νόμου και της τάξης, η ασφάλεια, ιεραρχείται ως ύψιστο ιδανικό, την ίδια στιγμή που οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα περικόπτονται εν ριπή οφθαλμού περιορίζοντας την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ευμάρεια. (...)
Αχιλλέας Κουρεμένος


«Δες πως ακόμα βαδίζω σε μέρη /
εκεί που η φαντασία ακόμα στήνει καρτέρι /
εκεί που οδηγούν μοναχικά μονοπάτια /
εκεί που η μοναξιά γκρεμίζει, χτίζει παλάτια. /
Δες πως ακόμα υπάρχω, αναπνέω /
ανοίγω πανιά, σαλπάρω και φεύγω /
σε μέρη ονείρου φιγούρες αγγίζω /
τα κάγκελα σπάω, τα τείχη γκρεμίζω. /
Κι ας είναι η φαντασία ένα καράβι /
που θα σαλπάρω μαζί της στ' όνειρο, /
να βαδίσω σε μέρη που ακόμα ανατέλλει ο ήλιος /
πριν τον καλύψουν για πάντα τα τείχη που γύρω μας χτίζουν»
Αγνωστος Χτύπος & Ελλη


«Δημιουργούν με τον εσωτερικό τους αγώνα έναν καλύτερο κόσμο»
(...)
- Γιατί οδηγούνται, κατά τη γνώμη σου, τα παιδιά σε έναν εν πολλοίς αυτοκαταστροφικό, μέσα στο δεδομένο σύστημα που ζούμε, δρόμο;
«Δεν πιστεύω πως είναι αυτοκαταστροφικός. Αυτά τα παιδιά, τουλάχιστον αυτά τα τέσσερα που έχω γνωρίσει καλύτερα, αγαπάνε πολύ και τη ζωή των άλλων και τη δική τους. Προσέχουν, ακόμα και μέσα στη φυλακή, υπερβολικά την υγεία τους, την υγιεινή τους, τη διατροφή τους. Τα πάντα. Δεν είναι καθόλου αυτοκαταστροφικά. Διαβάζουν, βλέπουν ταινίες, ακούνε πολλή μουσική... θέλουν να προχωρήσουν ις σπουδές τους, όπως είδαμε και με την περίπτωση του Νίκου. Η Πολιτεία, βέβαια, προβάλλει ότι είναι αυτοκαταστροφικά, για να δικαιολογήσεις τις πράξεις της. Είναι αυτοκαταστροφικά, άρα θέλουν να καταστρέψουν. Τα παιδιά, όμως, πιστεύουν ότι οι πράξεις τους προωθούν την έννοια της ζωής και της αξιοπρέπειας. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετη η θεώρησή τους».

-Το λέω με την έννοια ότι ξέρουν το τίμημα. Ξέρουν το αδιέξοδο ενός τέτοιου τρόπου δράσης και ξέρουν ότι μπορεί το τίμημα να είναι η στέρηση της ελευθερίας τους.
«Αυτό το έκαναν εν γνώσει τους, δεν θεωρούσαν ότι αυτό το τίμημα αποτελεί καταστροφή αλλά ότι αφυπνίζει συνειδήσεις, ότι συμβάλλει στην αφύπνιση του κόσμου». (...)
Λίνα Βεργοπούλου

 
Β Ι Β Λ Ι Ο
Χρήστος Τσιόλκας - "Μπαρακούντα"
Μπορεί το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο "Μπαρακούντα" να κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν από λίγους μήνες, αλλά η περίπτωση του Χρήστου Τσιόλκα είναι ιδιαίτερη.
Κατ' αρχάς τα στατιστικά του είναι συντριπτικά: Το φθινόπωρο του 2009, με το βιβλίο του "Το χαστούκι" ("The Slap") κέρδισε το βραβείο καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Booker. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και την τελευταία πενταετία θεωρείται ο πιο διάσημος συγγραφέας της Αυστραλίας.
Παιδί Ελλήνων μεταναστών της εργατικής τάξης με καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία, ακτιβιστής, αριστερός και ομοφυλόφιλος, ο Τσιόλκας γράφει στο "Μπαρακούντα" μια ιστορία που ξέρει καλά. Ο Ντάνι-"Μπαρακούντα". ο κολυμβητής ήρωάς του, στοχεύει στον πρωταθλητισμό και σε ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Στην πραγματικότητα παλεύει, κολυμπάει για να "απαλλαγεί" από το βάρος της ταπεινής του καταγωγής. Ο Ντάνι, παιδί μεταναστών από την Ελλάδα και τη Σκωτία, προέρχεται από την εργατική τάξη. Αρχίζει την κολύμβηση σε ηλικία 8 χρονών, αλλά στα 25 νιώθει ότι το σώμα του δεν τον ακολουθεί. Η αποτυχία, η συντριβή είναι κοντά...
Ειρήνη Ορφανίδου


ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ
ΤΙΓΡΗΣ (ΥΔΡΟΧΟΟΣ)
Tίγρης είναι η Ελλάδα, η χώρα του μποτέ, η κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τους άπληστους πλούσιους. Η Ελλάδα που στους 20 τελευταίους αιώνες είναι συνεχώς υπό κατοχή (Ρωμαίοι, Ενετοί, Τούρκοι, Αγγλοι, Αμερικάνοι, Γερμανοί). Και UFO να έρθουν να κατακτήσουν τον πλανήτη, στην Ελλάδα θα προσγειωθούνε. Λόγια, κόνξες, πουτανιά, μέλι πολύ και τηγανίτα τίποτα. Αντε να σε πείσει η κότα που κάνει την πάπια ότι είναι Τίγρης.

Υ.Γ.: Τυριά Ξυπνήστε! Θα σας φάνε οι Βλάχοι!
Τζίμης Πανούσης
"ΜΕΤΡΟ"
Ιανουάριος 2015

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Τα δακρυγόνα μαζί τα φάγαμε...


«Τα δακρυγόνα μαζί τα φάγαμε...» και «All dogs go to heaven».
Αυτές οι δύο φράσεις συνοδεύουν το εντυπωσιακό graffiti του "Λουκάνικου" που δημιούργησαν σε τοίχο στου Ψυρρή (συγκεκριμένα στην οδό Ρήγα Παλαμήδου 4 και Σαρρή) τρεις γκραφιτάδες με τα καλλιτεχνικά ονόματα Billy Gee (Smart), Martinez και N-Gramms.

Πρόκειται για ένα φόρο τιμής στον σκύλο-σύμβολο των διαδηλώσεων στην Ελλάδα της κρίσης, καθώς την περίοδο των μεγάλων αναταραχών στο κέντρο της Αθήνας, το περιοδικό "TIME" τον είχε συμπεριλάβει στις 100 προσωπικότητες της χρονιάς, ενώ τον είχε χαρακτηρίσει ως "σκύλο της χρονιάς"!

Ο θάνατός του έγινε γνωστός μόλις στις αρχές Οκτωβρίου, αν και στην πραγματικότητα ο "Λουκάνικος" είχε πεθάνει από τον Μάιο. Η απώλειά του δεν προκάλεσε απλώς συγκίνηση στους κατοίκους της πόλης, αλλά όπως αποδείχτηκε για κάποιους αποτέλεσε πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο εμπνευστής του graffiti Βασίλης Γρυπάρης δήλωσε «ο "Λουκάνικος" μας κρατούσε συντροφιά τα βράδια και όταν κάναμε skate κουνούσε χαρούμενος την ουρά του», ενώ πρόσθεσε: «Θα στείλω φωτογραφίες του graffiti στους "New York Times", καθώς είχαν ασχοληθεί μαζί του εκτενώς».

Ο "Λουκάνικος" είχε τη δική του ιστορία και κάποιοι την έγραψαν στον τοίχο με μπογιά...
"ΕΞΕΛΙΞΗ" - "Symbol"
26 Οκτωβρίου 2014

Σάββατο, Οκτωβρίου 04, 2014

Μοναξιά

«Θα σου πω ποια μοναξιά με τρομάζει περισσότερο: Εκείνη που την νιώθεις μέσα στο πλήθος.
Γιατί κανείς δεν ακούει τα λόγια σου, δεν μετράει τους παλμούς της καρδιάς σου, δεν απλώνει το χέρι να πιάσει το δικό σου, απλά βαδίζει δίπλα σου και πολλές φορές σε σπρώχνει για να περάσει».
Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2014

Φοβάμαι πως είμαστε βαθιά αγράμματοι...


(...)
«Στην Ελλάδα ο πολίτης έχει πάρει διαζύγιο από το κράτος προτού παντρευτεί. Εκ γενετής συμβαίνει το ίδιο πράγμα. Αλλο το κράτος άλλο εγώ. Το αίτημα του πολίτη βρίσκεται διαρκώς πάνω από το κράτος. Και καλό θα ήταν κάποια στιγμή ο Ελληνας να εγκαταλείψει την αφήγηση του τύπου "Οταν εμείς είχαμε δημοκρατία, αυτοί βρίσκονταν στα δέντρα", γιατί ούτε αυτή δεν σέβεται όταν δεν ξέρει καν ποιος είναι ο Πλάτων. Φοβάμαι πως είμαστε βαθιά αγράμματοι, και πνευματικά αλλά και συναισθηματικά».

Δυστυχώς δεν δείχνει να αισιοδοξεί όταν τον ρωτάω ποια λύση βλέπει για τη χώρα. «Πρώτα να αλλάξουμε τον τρόπο που μορφωνόμαστε και φυσικά να αυξήσουμε την παραγωγή: ήλιος, θάλασσα, ελιά, κλίμα (και με τις δύο έννοιες). Ηλιοφάνεια. Να γίνουμε επιτέλους οι ίδιοι παίχτες του φωτός. Πρέπει να γυρίσουμε σε αυτά τα ταπεινά και τόσο μεγαλειώδη συστατικά και να πάψουμε να νομίζουμε ότι είμαστε βασιλιάδες».
 
Τι συμβαίνει όμως όταν ο βασιλιάς -στην περίπτωσή μας- είναι γυμνός; «Φοβάμαι ότι ο βασιλιάς δεν είναι γυμνός, αλλά ξεβράκωτος. Το "γυμνός" ενέχει διάφορες υποδηλώσεις, ενώ το "ξεβράκωτος" τα φέρνει όλα στη φόρα». (...)
Σταμάτης Φασουλής
"ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ"
11 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη, Αυγούστου 14, 2014

Διακοπή από τις διακοπές

Κάποτε τη λέξη «διακοπές» τη χρησιμοποιούσαν για το φως και το νερό που κάθε τόσο σταματούσαν. Ηταν από τα κακά που συνόδευαν εκείνη την εποχή. Σήμερα οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν για την ίδια τους τη ζωή. Είναι από τα καλά που συνοδεύουν αυτή την εποχή. Ή τουλάχιστον θα μπορούσε να είναι. Γιατί, ενώ οι πρώτες ήταν καθημερινές και αναπάντεχες, των ανθρώπων είναι ετήσιες και προγραμματισμένες. Τόσο προγραμματισμένες, ώστε προτού ακόμα τελειώσουν αυτές, αρχίζουν να καταστρώνονται οι άλλες, του επόμενου χρόνου. Συνήθως από ένα εύθυμο επιτελείο. Από τι διακόπτει λοιπόν κανείς για να κάνει διακοπές; Νομίζω από την τύφλα του τη μαύρη. Για να ξαναγυρίσει ύστερα από ένα μήνα πάλι σ' αυτήν.

Την εποχή που το φως και το νερό έκαναν επίσης διακοπές, μ' έστελνε η μάνα μου μ' ένα βάζο ν' αγοράσω ταχίνι. Ηταν ένας ισόγειος και σκοτεινός χώρος στην οδό Κασσάνδρου με χωμάτινο δάπεδο, όπου, πιασμένο μ' ένα μακρύ δοκάρι γύριζε γύρω γύρω ένα τυφλωμένο άλογο. Συνέχεια. Κάπου κάπου ο γέρος που ζούσε εκεί μέσα το έβγαζε στην αυλή να πάρει αέρα και ξανά πάλι στο μαγγανοπήγαδο. Στο σπίτι απορούσαν που δεν έβαζα ταχίνι στο στόμα μου.

Οταν μεγάλωσα, βρέθηκα συχνά σε δουλειές παρόμοιες μ' εκείνη του αλόγου. Κι επειδή εμάς απαγορευόταν να μας τυφλώσουν, έπρεπε να τυφλωθούμε από μόνοι μας, για να μπορούμε να συνεχίσουμε τους ατέλειωτους γύρους μας. Μια μέρα λοιπόν είπα να κάνω όχι διακοπές αλλά διακοπή στη ζωή που ζούσα μέχρι τότε. Γύρισα το διακόπτη κι έφυγα. Μόνος. Οχι για ένα μήνα αλλά για τρία χρόνια. Πρώτη φορά ζούσα κοντά στη φύση. Τι λέω κοντά, μέσα της καλύτερα. Κοιμόμουν και ξυπνούσα ταυτόχρονα με τα πλάσματα εκείνα που δε νοιάζονται για την αποταμίευση παρά μόνο για την καθημερινή τους τροφή. Ηξερα ότι μπορεί να επιβιώσει κανείς με ελάχιστα χρήματα ή και καθόλου, όμως να μπορεί μαζί να είναι και τόσο ευτυχισμένος δεν το ήξερα. Και την αληθινή ευτυχία εκεί την έμαθα. Ηταν σαν να φοιτώ σ' ένα σχολείο με χίλιους δασκάλους και με μόνο μαθητή εμένα. Είχα ξετυφλωθεί τελείως και μπορούσα να βλέπω τα πράγματα που με πλησίαζαν και τ' άλλα που με απόφευγαν. Προπαντός αυτά.

Επέστρεψα κάποτε έχοντας στην τσάντα μου γραμμένες εβδομήντα σελίδες όλες κι όλες. Οι γνωστοί μου, που περίμεναν να γράψω τόμους και τόμους, απογοητεύτηκαν. Με κατηγόρησαν ότι έχασα τρία χρόνια απ' τη ζωή μου παρακολουθώντας τα δέντρα και τη θάλασσα. Η αλήθεια είναι ότι παρακολουθούσα και τις γάτες, αλλά θεώρησα φρόνιμο να μην τους το πω. Στα τρία αυτά χρόνια είχα αλλάξει τόσο πολύ, που και οι ίδιοι χρειάστηκαν τον ίδιο χρόνο για να το διαπιστώσουν.

Σήμερα δε χρειάζομαι πια διακοπές. Γιατί να διακόψεις κάτι όταν σου αρέσει τόσο πολύ; Μπορείς να αλλάζεις τόπους, αλλά αν δεν κουβαλάς μαζί σου αυτή τη ζωή που διάλεξες, τότε τι θα κουβαλάς; Στο κάτω κάτω πρέπει να χαρεί κι αυτή μαζί σου, αφού τόσο πολλά σου προσφέρει. Διαφορετικά την κλειδώνεις στο διαμέρισμά σου, γεμίζεις τη βαλίτσα με σώβρακα κι εξαφανίζεσαι για τριάντα μέρες από κοντά της. Κι όταν γυρίσεις, θα τη βρεις πάλι μπροστά σου έξαλλη, με σηκωμένη την τρίχα, να σε περιμένει για να σου κάνει το βίο αβίωτο. Και θα 'χει και δίκιο.
Αντώνης Σουρούνης
"Μισόν αιώνα άνθρωπος"
1996

Κυριακή, Ιουλίου 27, 2014

Ομοιότητες


Ο δεσμοφύλακας Χέρμαν μπήκε στο κελί και είπε ευδιάθετος:
«Μπορείς να με συγχαρείς. Πήρα προαγωγή».
«Πάλι;» ρώτησε ο ισοβίτης Τουσέλντα. «Οσο πάμε και μοιάζουμε περισσότερο».
«Τι θες να πεις;».
«Οποιος ανεβαίνει, αναλαμβάνει όλο και μεγαλύτερες ευθύνες. Γίνεται όλο και πιο υπεύθυνος, πιο σημαντικός και λιγότερο ελεύθερος. Είστε πολύ φιλόδοξος. Κοιτάξτε εμένα. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα: γιόκα μου, χρησιμοποίησε τις φυσικές σου τάσεις. Ο καθένας μας έχει το πεπρωμένο που του ταιριάζει! Αυτό έκανα κι εγώ. Σαν παιδί ήμουν σπιτόγατος. Τώρα είμαι καταδικασμένος ισόβια. Δεν έχω δυνατότητα προαγωγής, έχω όμως χρόνο. Υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την καριέρα. Η δουλειά δεν φεύγει από τη θέση της όση ώρα παρακολουθείς το ουράνιο τόξο, το ουράνιο τόξο όμως δεν θα σε περιμένει ώσπου να τελειώσεις τη δουλειά σου».
«Ο χρόνος είναι χρήμα».
«Κάνετε λάθος. Ο χρόνος είναι ελευθερία και τα χρήματα σου στερούν την ελευθερία, γιατί διαθέτεις τον ελεύθερο χρόνο σου για να τα αποκτήσεις και -ακόμη χειρότερα- για να τα διαφυλάξεις. Ετσι θυσιάζεις για χάρη τους την πολύτιμη ζωή σου. Τα χρήματα και την επιτυχία πρέπει κανείς να τα προφυλάσσει και να τα προστατεύει. Τον χρόνο αντίθετα πρέπει να τον ζει και να τον απολαμβάνει».
«Αυτός που αγωνίζεται πρέπει και να ανταμείβεται», είπε ο Χέρμαν.
«Μεγάλο λάθος! Το να αγωνίζεσαι σημαίνει να υποτάσσεσαι στο καθήκον. Το να μην έχεις κανένα σκοπό σημαίνει: να είσαι ευέλικτος και ελεύθερος».
«Μιλάς απόλυτα, σαν παπάς», είπε ο Χέρμαν. «Δεν βασανίστηκες ποτέ από αμφιβολίες;».
«Τι εννοείς;», ρώτησε ο Τουσέλντα.
«Οι έξυπνοι άνθρωποι πάντα αμφιβάλλουν. Μόνο οι βλάκες είναι απολύτως σίγουροι για τις θέσεις τους».
«Είστε σίγουρος γι' αυτά που λέτε;».
«Απολύτως», είπε ο Χέρμαν.
E. W. Heine
"Ελεύθερος είναι μόνο αυτός που ονειρεύεται"
1997

Σάββατο, Μαΐου 24, 2014

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

«Η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική χρεοκοπία και την καταστροφή... στο μαρασμό, την εναπόθεση της τύχης της στις αγαθές προθέσεις των δυτικών τραπεζών, της ΕΟΚ, του ΔΝΤ...
Οδηγούμαστε όχι μόνο στη χρεοκοπία, το μαρασμό, την πλήρη εξάρτηση από τις δυτικές τράπεζες... αλλά και σε μια ...σκληρή ημιφασιστική λύση... με τεράστια πτώση του βιοτικού επιπέδου και μαζική ανεργία.»
από την προκήρυξη της "Ε.Ο. 17Ν" στην εκτέλεση του βιομήχανου Δ. Αγγελόπουλου (Απρίλιος, 1986)

...
Η συνέχιση του μεταπολεμικού οικονομικού μοντέλου από το ΠΑΣΟΚ οδήγησε στη συνεχή αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και στη σταθερή διόγκωση των μεσοστρωμάτων. Επιπλέον, η διάλυση του δευτερογενούς τομέα και η μεθοδική υπονόμευση της αγροτικής παραγωγής, ως συνέπειες της ένταξης στην ΕΟΚ, δημιούργησαν ογκώδη αύξηση της ανεργίας. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησαν τον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό ως χώρο απορρόφησης της ανεργίας, διογκώνοντας ακόμα περισσότερο τα μεσοστρώματα.

Μέσα από το κράτος διαμόρφωσε την εκλογική του πελατεία, τον κομματικό μηχανισμό, τη νομενκλατούρα του με τους ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους, τα μεσαία στρώματα της γραφειοκρατίας, τους κρατικοδίαιτους διανοούμενους, τους επιχορηγούμενους πανεπιστημιακούς, την εργατική αριστοκρατία των ΔΕΚΟ, τους αξιωματούχους των ένοπλων θεσμών, που λάμβαναν το μερίδιό τους από τις μίζες και τα οφέλη από τη διαχείριση των κονδυλίων: Μεσοστρώματα που εξαργύρωναν με προνόμια και διαφθορά τη στήριξη στο κόμμα.

Από την ταξική τους φύση και θέση τα ολοένα και περισσότερο διογκωμένα μεσοστρώματα απορροφούσαν τις ριζοσπαστικές κοινωνικές συγκρούσεις, διοχέτευαν τις κοινωνικές αντιδράσεις μέσα από θεσμικά κανάλια, από επιτρεπτούς και ανεκτούς δρόμους. Από αυτή την κοινωνική βάση, άλλωστε, προέρχονταν και η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών και πολιτικών συνδικαλιστικών στελεχών που, από την ταξική τους θέση, περιορίζονταν στον αγώνα για τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και όχι για τη ριζική ανατροπή της.

Τα μεσοστρώματα αυξάνονται ως ποσοστό του πληθυσμού, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ταξική σύνθεση του πληθυσμού και, με τα συγκεκριμένα πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά τους, οδηγούν σε ολοένα και χαμηλότερο επίπεδο τη διεξαγωγή της ταξικής πάλης στη χώρα μας.

Είναι ο κοινωνικός χώρος στον οποίο κυριαρχεί ο ατομισμός, η δίψα για κατανάλωση, η ιδιοτέλεια, η λατρεία σε όλες τις καθιερωμένες αξίες της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μια κοσμοπολίτικη αντίληψη που διευκολύνει την πολιτισμική επίθεση για την αποκοπή των λαϊκών τμημάτων από το λαϊκό πολιτισμό, τις αγωνιστικές παραδόσεις, τη συλλογική μνήμη. Είναι ο χώρος στον οποίο μεγαλούργησαν το λάιφ στάιλ, η επίδειξη της κατανάλωσης και του πλούτου, οι ψεύτικες ανάγκες και ο άκρατος καταναλωτισμός, η μαλθακότητα της καλοπέρασης. Είναι ο χώρος που έφθειρε ηθικά και συνέβαλε αποφασιστικά στην αλλοτρίωση και τη μικροαστικοποίηση των εργαζομένων.

Συζητούσαμε συχνά με τη συντρόφισσά μου αυτή την αποθέωση του καταναλωτισμού, την επίδειξη πλούτου των μεσοστρωμάτων, σε ορισμένα παιδικά πάρτι συμμαθητών του γιου μας. τη συγκαταβατικότητά τους όταν ανταποδίδαμε στα γενέθλια του Εκτορα με σπιτικό φαγητό, χύμα ρετσίνα. τα μισογελάκια απέναντι στο σαραβαλιασμένο κόκκινο Λάντα, που μας είχε γυρίσει ωστόσο παλικαρίσια σε όλους τους χωματόδρομους της Ελλάδας.

Ταυτόχρονα, από τη μια, η σάρωση του δευτερογενούς τομέα λόγω της ένταξης στην ΕΟΚ και, από την άλλη, το μοντέλο του ελληνικού παρασιτικού καπιταλισμού, που ευνοεί την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα, συμβάλλουν στη δραστική μείωση της εργατικής τάξης. Ιδιαίτερα στους πιο μαζικούς και δυναμικούς τομείς που ευνοούν την ανάπτυξη και ωρίμανση της ταξικής συνείδησης. Και μάλιστα σε μια χώρα που δεν υπάρχει χρονικό βάθος στις εργατικές οικογένειες αφού συνήθως προέρχονται από την αγροτιά. Και που, επιπλέον, από το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού έχουμε πολλές μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, με όλες τις συνέπειες στη διαμόρφωση και την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης.

Οσο αφορά, λοιπόν, την εξέλιξη της ταξικής δομής της χώρας , από την αρχή ιδιαίτερα της δεκαετίας του 1990, μπαίνουμε σε μια μακρά περίοδο ενσωμάτωσης, μικροαστικοποίησης και αλλοτρίωσης. Επειτα, μάλιστα, από τη στρατηγική του καπιταλισμού για «ανάπτυξη μέσω δανεισμού», δημόσιου και ιδιωτικού, έχουμε διευρυνόμενη αναπαραγωγή και ευρύτερη ενσωμάτωση των μεσοστρωμάτων, αλλά και ολοένα ευρύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Το φτηνό (δανεικό) χρήμα ρέει άφθονο, η διαφθορά γενικεύεται και πολλοί εργαζόμενοι ζητούν να συμμετάσχουν έστω και στη χαμηλότερη βαθμίδα της διαφθοράς. Με τίμημα την αλλοτρίωση. Οι τεράστιες δυνατότητες των ΜΜΕ συμβάλλουν αποφασιστικά στην ιδεολογική χειραγώγηση και την πολιτισμική αποχαύνωση, δημιουργούν ρήγματα στη συλλογική μνήμη.

Είναι η εποχή του θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού. Στην αρχή της δεκαετίας του 1990, μόλις είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το ανατολικό μπλοκ αποσυντίθεται, σύντομα θα καταρρεύσει η Σοβιετική Ενωση. Ο καπιταλισμός αποχαλινώνεται. «Είναι το τέλος της Ιστορίας», διακηρύσσουν οι απολογητές του. Ιδεολογικά, η νεοφιλελεύθερη μοναδική σκέψη φαίνεται να κυριαρχεί ολοκληρωτικά.

...
Σήμερα και πάλι μαύρα σφιχτοπλεγμένα σύννεφα πλακώνουν την πατρίδα, τη δική μας πατρίδα, την πατρίδα των φτωχών. Η πατρίδα του πλούτου δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Παντοτινοί δωσίλογοι, μαζί με τα φερέφωνά τους από τους μιντιακούς άμβωνες που κηρύσσουν την υποταγή, μαυραγορίτες, ταγματαλήτες, παίρνουν το κομματάκι τους από το λεηλατημένο δημόσιο πλούτο, βουτηγμένοι στην προδοσία, τη βρομιά, την ακολασία. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, τις λαϊκές, τις πανανθρώπινες αξίες.

Μια νέα κατοχή, δίχως προσώρας μαύρα άρματα, αλλά με τα σύγχρονα, το ίδιο κατάμαυρα, το ίδιο φονικά, οικονομικά όπλα, σωριάζει σε ερείπια όσα έχτισε ο κόπος, ο ιδρώτας, το αίμα του λαού-εργάτη. Ξεκληρίζουν έναν ολόκληρο λαό, δολοφονούν τα όνειρα της νέας γενιάς. Κάνουν τη χώρα οικόπεδο των ισχυρών, εξαθλιώνουν τους εργαζόμενους, τους μετατρέπουν σε στρατιά σκλάβων. Για τους ξένους και ντόπιους δουλοκτήτες, τους νέους αφέντες.

Λέω πως χρειάζεται, τώρα ξανά στη νέα κατοχή, όλοι μας οι καινούργιοι σκλάβοι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα από κανέναν σωτήρα, ντόπιο ή ξένο. Το παλιό αίτημα να γίνει επιτέλους ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι ου μπαίνει πιο ζωτικά, πιο επιτακτικά από ποτέ. Σήμερα που μας μετατρέπουν σε νοικάρη στο ίδιο μας το σπίτι, στην ίδια μας τη χώρα. Αυτό το αίτημα μπορεί να υλοποιηθεί μόνο από ένα ευρύ μέτωπο λαϊκής σωτηρίας, ένα ισχυρό παλλαϊκό μέτωπο, ανεξάρτητα από διαφορές. Τη νέα κατοχή, όπως και την παλιά, μπορεί να την αντιμετωπίσει μόνο ο ενωμένος και οργανωμένος λαός. Οργανωμένος σε ένα μέτωπο πολύμορφης δράσης κοινωνικού, κινηματικού και όχι κομματικού χαρακτήρα για την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση. Που θα συναρθρώνει αρχικά τις επιμέρους αντιστάσεις και τις τοπικές εξεγέρσεις, θα ενοποιεί και θα διευρύνει τους αυτοοργανωμένους χώρους αντίστασης και ανάσας. Θα συγκεντρώνει και θα οργανώνει τη λαϊκή οργή, με ένα συγκροτημένο, πειστικό μεταβατικό πρόγραμμα που θα εμπνέεται από το όραμα μιας κοινωνίας συνεταιρισμένων παραγωγών.

Αμεσα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η απειλή της μαζικής λιμοκτονίας. Στη συνέχεια προέχει η αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής και συνολικά της παραγωγικής δομής στην κατεύθυνση της οικονομικής αυτοδυναμίας.

Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν μπορεί να μην ξεκινά από τη στάση πληρωμών του «χρέους», μιας και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αξιοπρεπής διαβίωση των ανθρώπων. Δεν μπορεί ακόμα να μην περιλαμβάνει δημόσιο έλεγχο των τιμών, της κίνησης κεφαλαίων, τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

Αυτός ο έλεγχος πάνω στα μέσα παραγωγής, πάνω στη λήψη των αποφάσεων γύρω από τι, πώς και από ποιόν θα παραχθεί το κοινωνικό προϊόν δεν μπορεί παρά να γίνει με ρήξη του υπάρχοντος συστήματος. Δεν μπορεί να γίνει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα είδος εθνικού νομίσματος. Δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα είδος εθνικού νομίσματος. Δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα ριζικό γεωπολιτικό ανασχεδιασμό. Το ξεπέρασμα της σημερινής βαθιάς κρίσης προϋποθέτει και απαιτεί βαθιές αλλαγές.

Σε αυτό το μέτωπο που θα ζωντανέψει την «πλέρια μνήμη», του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, σ' αυτό το μέτωπο της πολύμορφης δράσης έχουν όλοι θέση. Ολες οι ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, όλες οι δυνάμεις, από όλες τις παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος.

Καθένας με τη δική του ιστορία, την ιδιαίτερη πολιτική του ταυτότητα, στην αναγκαία διαλεκτική σύνθεση. Καθένας που καταλαβαίνει ότι αυτό το έργο δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας μόνος και απομονωμένος.

Σήμερα που απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού η κοινωνία μπορεί να είναι ακόμα μουδιασμένη, αλλά βράζει ολόκληρη. Σιχαίνεται τους κυρίαρχους, και ολοένα μεγαλύτερα κομμάτια της ψάχνουν διεξόδους και απαντήσεις.

Μπορεί αυτές να περνούν μέσα από τη διαφαινόμενη εκλογική νίκη της ρεφορμιστικής Αριστεράς; Της κοινοβουλευτικής Αριστεράς που κάνει σαν να μην καταλαβαίνει ότι η επιλογή της είναι ή να δώσει με το κίνημα τη σύγκρουση  ή να εξευτελιστεί σε διαχειριστή της «καμένης γης»;

Για τις δυνάμεις της ανατροπής, η κυβέρνηση αυτής της Αριστεράς πρέπει να αποτελέσει μια ευκαιρία αντεπίθεσης, ενότητας του κινήματος, κοινωνικής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αντιεξουσίας.

Τα παραδείγματα αγώνα, η βάση για αυτή την αντεπίθεση, ολοένα και αυξάνονται. Από τον ηρωικό αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής, τα αυτοδιαχειριστικά εγχειρήματα, τις μαχητικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Τα εκατοντάδες παραδείγματα ανιδιοτελούς συμμετοχής και άμεσης δημοκρατίας: Τα στέκια και οι δομές αλληλεγγύης σε όλη την Ελλάδα, ένας ολόκληρος γαλαξίας κοινωνικής και πολιτισμικής δημιουργίας.

Παράλληλα έχουμε την παρουσία ενός νέου αντάρτικου, πιο «κοινωνικού» και μητροπολιτικού από το δικό μας, με άλλες ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικά χαρακτηριστικά, το οποίο όμως, μαζί με τη διάχυτη αλλά πολύ υλική συγκρουσιακότητα ενός κομματιού της νεολαίας, κραυγάζει ότι τίποτα δεν τελείωσε.

Η ταξική πάλη και ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν σταματούν. Η έκβασή τους, βέβαια, δεν είναι προκαθορισμένη από κάποια νομοτέλεια.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο της επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας εξαρτάται από την ελπίδα μιας ζωής που μας αξίζει, από τη συνειδητή οργάνωση και την προετοιμασία για το πέρασμα σε αυτή τη ζωή από σήμερα, από την απελευθερωτική συνάντηση του όπλου της κριτικής με την κριτική των όπλων. Για το Βασίλειο της Ελευθερίας...
Δημήτρης Κουφοντίνας
"Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη"
Μάρτιος, 2014

Δευτέρα, Μαρτίου 03, 2014

Ο χαρταετός

Ηταν Καθαρά Δευτέρα, όταν η αλήθεια μου αποκαλύφθηκε.
Ημουν έντεκα χρονών τότε, τη μέρα της επιφοίτησής μου. Παρακολουθούσα θυμάμαι τους χαρταετούς να διασπείρονται, γαλαζωπές στάμπες στον καμβά του ουρανού. Παρακολουθούσα από το παράθυρο του δωματίου μου, αφού εγώ κι οι δικοί μου ποτέ δεν είχαμε πετάξει χαρταετό οι ίδιοι. Οι χαρταετοί τινάζονταν και τρεμούλιαζαν, σαν παρδαλά σπερματοζωάρια που πασχίζουν να βρουν τον δρόμο τους προς το ωάριο του ήλιου.
Παρακολουθούσα τη θαυμαστή γονιμοποίηση της ουράνιας μήτρας και αναρωτιόμουν τι παιδί θα έβγαινε από μία πιθανή ένωση ανάμεσα σε ένα χαρταετό και τον ήλιο. Φανταζόμουν τους χαρταετούς να καλπάζουν ξέφρενα προς την ποθητή, γόνιμη σφαίρα θερμότητας. Αυτός που θα υψωνόταν ψηλότερα θα ήταν και ο τυχερός που θα τη γονιμοποιούσε. Το βλαστάρι τους θα συνδύαζε τα καλύτερα στοιχεία των γονέων του: κάτι ακαταμάχητα όμορφο, θανατηφόρα εκτυφλωτικό, μονίμως εν πτήσει, με τάσεις αυτοκτονίας διά της ελεύθερης πτώσης του πάνω σε τηλεγραφόξυλα.

Ακόμα και πριν από εκείνη τη μοιραία Καθαρά Δευτέρα, είχα πλήρη επίγνωση πως ήμουν διαφορετικός, ίσως ούτε καν άνθρωπος. Δεν έμοιαζα με κανέναν άλλον άνθρωπο που γνώριζα. Οι άνθρωποι μού φαίνονταν χονδροειδείς και άξεστοι. Εγώ ήμουν διαφορετικός: γεμάτος πνοή, αέρα και χάρη. Εδώ πρέπει να παραδεχθώ βέβαια πως ούτε και οι γονείς μου μού φαίνονταν ιδιαίτερα ανθρώπινοι. Ομως τις ζωόμορφες ιδιότητές τους δεν θα τις χαρακτήριζε κανείς αξιοθαύμαστες, ιδρωμένοι όπως ήταν πάντοτε, με τις κόκκινες μουτσούνες τους, τις βλακώδεις τους όψεις. Eμοιαζαν με γουρούνια που προσπαθούν να καμωθούν τους ανθρώπους.

Στην αρχή, νόμιζα πως είμαι πουλί. Το μόνο που ονειρευόμουν ήταν να πετάω. Να αερολαμνώ πάνω από ερήμους σαν γύπας ή να μετεωρίζομαι πάνω από τα τερατώδη κτίρια μίας φουτουριστικής μητρόπολης, με τη μορφή ενός μεταλλαγμένου περιστεριού με κόκκινα μάτια και μαύρα φτερά. Φτεροκοπούσα κάθε βράδυ στον ύπνο μου, με αποτέλεσμα μερικές φορές να ξυπνάω εξαντλημένος, σαν να υπνοβατούσα... αν και στην πραγματικότητα, μονάχα ονειροπετούσα.

Με το πέρασμα των χρόνων, κοιτούσα τα πουλιά και τα παρατηρούσα, θεωρώντας τα αδελφούς και αδελφές μου, την αληθινή μου οικογένεια. Παρατηρούσα τα ράμφη και τα φτερά τους και έψαυα και το δικό μου πρόσωπο, πασχίζοντας να εντοπίσω κάποια εξόφθαλμη ομοιότητα. Πίστευα πως ο σκελετός και τα εσωτερικά μου όργανα θα έμοιαζαν όπως αυτά των πτηνών, και περίμενα με ανυπομονησία τη μέρα που θα μεταμορφωνόμουν σε ένα τεράστιο χελιδόνι.

Και τότε, την ενδεκάτη Καθαρά Δευτέρα της ζωής μου, τη μέρα που γιορτάζαμε το ξεκίνημα μιας περιόδου αποχής και εξαγνισμού, εγώ εξαγνίστηκα με άλλο τρόπο: δεν απείχα από το κρέας, απείχα από την ίδια την ανθρώπινη φύση, καταλήγοντας πως δεν είμαι μήτε άνθρωπος μήτε πουλί, παρά χαρταετός.
Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Απλά το να παρατηρώ τις ετερόχρωμες πιτσιλιές στη γαλαζόφλεβη επιδερμίδα του ουρανού μού γεννούσε τέτοιο συναίσθημα συγκίνησης και οικειότητας που δεν γινόταν παρά να συγγενεύω μαζί τους. Ναι, ήμουν ένας χαρταετός. Ενας ολοζώντανος, ομιλών χαρταετός, χωρίς αμφιβολία, όμως δεν έπαυα να είμαι ένας. Ενας χαρταετός που είχε ξεστρατίσει από τον δρόμο του και είχε καταλήξει αποκομμένος, καταδικασμένος στη γήινη μιζέρια, εξόριστος από την ελευθερία των αιθέρων.
Λαχταρούσα να ενωθώ και πάλι με το είδος μου. Και υπήρχε άραγε καλύτερη στιγμή από την Καθαρά Δευτέρα για να συγχωνευθώ και πάλι με την αγέλη μου, τώρα που όλοι τους υψώνονταν ορατοί, επιδεικνύοντας περήφανα τα φτερά τους προτού αποδημήσουν σε άλλα κλίματα ή επιστρέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους;

Κομμάτια ύφασμα, σπάγκος, κορδέλες: τα χρησιμοποίησα όλα για να στολίσω τον εαυτό μου, να νιώσω χαρταετός τόσο μέσα όσο και απ’ έξω. Τα κόλλησα όλα πάνω μου και επιθεώρησα τον εαυτό μου στον καθρέφτη: είχα γίνει όσο πιο χρωματιστός μπορούσα. Ημουν έτοιμος.

Στάθηκα στο παράθυρό μου, ξεφύσησα και πήδηξα.
Ορκίζομαι πως για μια στιγμή ένιωσα να μετεωρίζομαι, να παρασέρνομαι από τα ρεύματα του αέρα, ενώ χάζευα τους χαρταετούς-συντρόφους μου.

Μετά φυσικά κατέρρευσα στο έδαφος, στην μπροστινή αυλή της μονοκατοικίας μας. Η μητέρα μου βγήκε από την εξώπορτα τσιρίζοντας. Χωρίς να φοράει τα γυαλιά της εκείνη τη στιγμή, νόμιζε πως όλα τα πολύχρωμα πράγματα που έλουζαν το παιδικό μου κορμάκι από την κορφή ως τα νύχια ήταν αίμα και εντόσθια και άλλα υγρά που έρρεαν από μέσα μου.
Αργότερα έκανα εκατόν δεκαπέντε ράμματα. Οπως ήμουν ξαπλωμένος στο έδαφος μετά την πτώση μου, οι χαρταετοί στον ουρανό μού είχαν φανεί σαν μια αχανής κοσμοσυρροή από πετούμενα, τόσο πυκνή που σάστιζε τον ήλιο.

Είμαι τριάντα επτά ετών πλέον. Εδώ και καιρό έχω παρατήσει κάθε πεποίθηση ότι μπορεί να είμαι χαρταετός. Ή τουλάχιστον, έχω προσπαθήσει. Μετά την παταγωδώς αποτυχημένη μου παρθενική απόπειρα πτήσης, οι γονείς μου με πήγαν σε έναν ψυχοθεραπευτή που έμοιαζε να επιδεικνύει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αντισυμβατική περίπτωσή μου.
Του άρεσε να αφηγούμαι τα όνειρά μου, να μιμούμαι τις κινήσεις του χαρταετού. Το όλο πράγμα είχε πλέον καταντήσει ανέκδοτο. Τόσο πολύ είχα αγανακτήσει με την ολοφάνερη βλακεία του που ξεφούρνιζα κάθε λογής σαχλαμάρες. Του εξήγησα πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους οι χαρταετοί. Εκρωξα κιόλας μερικές φράσεις στην καθομιλουμένη Χαρταετική. Του μίλησα για τους επίσημους τρόπους των σωστών χαρταετών όταν κάθονται στο τραπέζι, την κοινωνική ιεραρχία τους και τον θρύλο του Μεγάλου Γαλάζιου Χαρταετού, του γενναιότερού μας, που πέταξε ψηλά, ψηλότερα από όσο ποτέ τόλμησε χαρταετός και ήταν τόσο όμορφος που ο Ηλιος αποφάσισε να μην τον κάψει και του χάρισε τη ζωή.
Μου άρεσε να προγκάω τον ψυχαναλυτή μου με κάθε λογής πλάκες. Ημουν αποφασισμένος να τον οδηγήσω στην τρέλα. Μια μέρα, μπήκα στο γραφείο μου τυλιγμένος σε σπάγκο, ανακοινώνοντάς του πως ήμουν πλέον έτοιμος να επαναπατριστώ, να πετάξω πίσω στην πατρίδα μου, την ορεινή κοινότητά μας κάπου στις Ανδεις, εκεί όπου όλοι οι χαρταετοί ζούμε μαζί με ειρήνη και αγάπη, εισπνέοντας τον δροσερό αέρα του υψόμετρου. Μιαν άλλη φορά, μπήκα στην κλινική χέρι χέρι με έναν θαυμάσιο μωβ χαρταετό, που έσπευσα να συστήσω ως τη μέλλουσα γυναίκα μου.
Ηταν ωραίες μέρες εκείνες. Εκείνος ο βλάκας με έκανε να ξεκαρδίζομαι. Και η μικρή μου παράσταση κράτησε μέχρι το τέλος της εφηβείας μου, οπότε και κουράστηκα να υποκρίνομαι πια.

Ωστόσο, έκτοτε, όσο πολύχρωμοι και αιθέριοι είναι οι χαρταετοί, τόσο άχρωμη και δέσμια της γης είναι η ζωή μου. Αρχισα να δουλεύω σε ένα γραφείο. Να ψοφάω στη δουλειά. Και καθώς πέρασαν τα χρόνια, λησμόνησα τις χαρταετικές μου ρίζες. Εγινα ένας χαρταετός κολοβός, στερημένος από χρώμα και χαρά, αποχρωματισμένος και άπτερος.

Μέχρι σήμερα.

Σήμερα κάτι άλλαξε.

Είναι Καθαρά Δευτέρα σήμερα. Κάθε Καθαρά Δευτέρα εδώ και πέντε χρόνια, οδηγώ μέχρι το Λαύριο, σε μία βιομηχανική ζώνη με βλοσυρούς, σκονισμένους λόφους και εγκαταλειμμένα εργοστάσια. Αυτό το μέρος με κατευνάζει, έτσι αποκομμένο και μοναχικό που είναι. Στέκομαι εδώ, χαζεύοντας το πλήθος των διαφορετικών χαρταετών που αχνοφαίνονται στον ορίζοντα. Ταυτίζομαι με την καταθλιπτική αυτή περιοχή.

Είναι ένα αγόρι εδώ σήμερα. Είναι γύρω στα δεκαεπτά. Φοράει ένα ξεβαμμένο τζιν τζάκετ, φθαρμένο μπλου τζιν, ένα κίτρινο μπλουζάκι, γυαλιά ηλίου. Δεν φαίνεται να με έχει πάρει είδηση ή απλά δεν νοιάζεται. Προσπαθεί να πετάξει τον χαρταετό του.
Είναι ένας μεγάλος χαρταετός, σε χτυπητό πράσινο και κίτρινο χρώμα, από το πιο φτηνό υλικό. Είναι χαριτωμένος. Αλλά και σκισμένος. Κουρελιασμένος. Στολισμένος με τρεις-τέσσερις μεγάλες τρύπες. Δεν μπορεί να πετάξει. Ποτέ δεν θα πετάξει. Είναι σαν πουλί με σπασμένα φτερά. Χρειάζεται ευθανασία.
Και όμως, το αγόρι επιμένει. Κινείται μπρος-πίσω, προσπαθώντας να ωθήσει τον χαρταετό προς τα ψηλά, κυματίζοντάς το σαν ένα είδος ενοχλητικού λάβαρου, εκσφενδονίζοντάς τον με όλη του τη δύναμη σε μία τελευταία προσπάθεια να το πετάξει ψηλά και να το κρατήσει εκεί, ελπίζοντας πως τα ρεύματα του αέρα θα νιώσουν αρκετά γενναιόψυχα για να συμμορφωθούν... λες και δεν είναι σκισμένος ο χαρταετός... λες και το αγόρι δεν έχει μπερδευτεί άτσαλα στον ίδιο του τον σπάγκο.

Κάτι με συγκινεί σε αυτή την εικόνα. Εννοείται πως το αγόρι μού θυμίζει τον εαυτό μου και πως ο χαρταετός αναδίδει μια κάποια παρακμιακή ομορφιά, είναι όμως και κάτι άλλο: το πάθος. Οι απελπισμένες προσπάθειες του αγοριού να πετύχει το αδύνατο. Είναι προφανές πως ποτέ δεν θα πετάξει τον χαρταετό του και όμως το αγόρι προσπαθεί... προσπαθεί εις μάτην... για ώρες. Παρακολουθώ από απόσταση, υπνωτισμένος από τις επανειλημμένες κινήσεις του αγοριού και τον ατονικό βόμβο του αέρα. Πρέπει ήδη να έχει προσπαθήσει να πετάξει τον χαρταετό του τουλάχιστον δεκαπέντε-δεκάξι φορές. Βγάζω την Πολαρόιντ μου και αρχίζω να τραβάω φωτογραφίες του αγοριού. Κινείται με φρενίτιδα τριγύρω, σχεδόν εκστατικός, ένας Βάκχος όχι με οπλές τράγου αλλά με Levi's, και τα χρώματα μπλέκονται μεταξύ τους, τα χρώματα των ρούχων του και τα χρώματα του χαρταετού και γίνονται ένα, μία παλλόμενη ψυχεδελική θαμπάδα στην κάψα του μεσημεριού.

Τελικά, το αγόρι εγκαταλείπει την προσπάθεια. Σηκώνει τα χέρια του στον αέρα μια τελευταία φορά, σαν να υποκλίνεται στις δυνάμεις της φύσης, μια παράξενη παγανιστική χειρονομία, ευχαριστώντας τον άνεμο παρότι δεν τον ευνόησε σήμερα. Μετά μεταφέρει τον χαρταετό αργά, με τελετουργικό χαρακτήρα και τον ξεφορτώνεται στον μόνο κάδο που βρίσκεται εδώ. Είναι σαν κηδεία. Το αγόρι θρηνεί τον πεσόντα της μάχης, τον θνήσκοντα πολεμιστή. Στέκεται μπροστά στον σκουπιδοτενεκέ για λίγο. Μετά φεύγει.
Μισή ώρα αργότερα, πηγαίνω στον σκουπιδοτενεκέ. Τραβάω προς τα έξω τον ενταφιασμένο χαρταετό, τον ξεσκονίζω και τον εξετάζω. Είναι ο καθρέφτης μου.

Είναι βράδυ και γυρίζω σπίτι. Εχω φέρει και τον χαρταετό μαζί μου. Στην κρεβατοκάμαρα, βγάζω όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα και τις απλώνω στο πάτωμα. Εξετάζω προσεκτικά πώς κινείτο το αγόρι, πώς τιναζόταν και πάσχιζε... Τις τοποθετώ σε χρονολογική σειρά: από την πρώτη προσπάθεια μέχρι την τελική παραίτηση. Τις μελετάω.
Περνάω τη νύχτα και τον ύπνο μου αγκαλιά με τον χαρταετό, χαϊδεύοντας απαλά το ξύλο και το μέταλλο και το σκισμένο πλαστικό.

Ξυπνάω. Εχω μια εξαιρετική ιδέα: να πετάξω τον χαρταετό. Εχω λίγο χοντρό σκοινί στην κουζίνα, δεύτερο συρτάρι απ’ τα αριστερά. Δένω τον χαρταετό στην πλάτη μου. Στέκομαι στο περβάζι του παραθύρου, ενθουσιασμένος, ένας νέος Ικαρος. Παίρνω μία βαθιά ανάσα. Πηδάω...

Ιπταμαι. Είμαι καταχαρούμενος. Ενα μεγάλο χαμόγελο χαράσσεται στο πρόσωπό μου.
Πω, πω Θεούλη μου. Φτάνω στον ήλιο. Μία μεγάλη, πορτοκαλιά τσιχλόφουσκα. Ηδη μπορώ να νιώσω τις αναζωογονητικές ηλιαχτίδες στο ξηρό μου δέρμα.

...Ξυπνάω.

Τι τέλειο όνειρο.

Δεν αξίζει μια προσπάθεια;

Πάω να ψάξω για εκείνο το χοντρό σκοινί στην κουζίνα, δεύτερο συρτάρι απ’ τα αριστερά.
Κωνσταντίνος Τζήκας
"Athens Voice"
17 Μαρτίου 2013