Παρασκευή, Αυγούστου 19, 2016

Μαγκιά μου που είμαι ΠΑΟΚτσής!


Είχα να πάω στην Τούμπα να δω αγώνα του ΠΑΟΚ 13 ολόκληρα χρόνια. Ο ρυθμός της ζωής, η γκρίνια και τα συνεχόμενα πολυετή προβλήματα της ομάδας που είχαν μετατρέψει τον κάθε οπαδό σε "ειδικό", είχαν ως αποτέλεσμα να τονίζονται πολύ πιο έντονα τα κατά από τα υπέρ… και ο καναπές έγινε αρχικώς η καλύτερη επιλογή και στην πορεία η μοναδική.

Για διάφορους λόγους (περισσότερο προσωπικούς και λιγότερο οπαδικούς) φέτος είχα μια μεγάλη επιθυμία να ξαναπάω στο γήπεδο και το παιχνίδι ΠΑΟΚ-AJAX ήταν μια καλή ευκαιρία. Το πρωί της Δευτέρας ήμουν 1 ώρα και 15 λεπτά σε αναμονή στην ιστοσελίδα της ομάδας για να καταφέρω τελικά να βρω εισιτήριο. Οχι φυσικά στις "κυριλάτες" θύρες 2 ή 3 όπου πήγαινα τις τελευταίες φορές (πριν σταματήσω να πηγαίνω τελείως) αλλά απέναντι, στην 6. Μια χαρά!

Οταν το είπα στον κολλητό μου, αντέδρασε: «Είσαι τρελός; Στην 6; Θα μπεις 2 ώρες νωρίτερα με τον ήλιο στα μούτρα σου μες την Αυγουστιάτικη ζέστη, αργότερα ο ήλιος θα αντικατασταθεί από τους προβολείς που είναι τοποθετημένοι στο απέναντι σκέπαστρο, κι εσύ θα είσαι στριμωγμένος με τα πόδια του πισινού στην πλάτη σου και τα δικά σου στην πλάτη του μπροστινού. Μην πας, είναι οπισθοδρόμηση… είπαμε να πάμε μπροστά όχι πίσω… έλα στο café που έχω κλείσει δυο τραπέζια να το δούμε με air-condition, παγωμένη μπύρα και φαγητό». Το ξανασκέφτηκα, και όσο το σκεφτόμουνα έβλεπα ότι είχε δίκιο…

Την Τετάρτη το πρωί δέχτηκα ένα μήνυμα από μια πολύ καλή φίλη που μεταξύ άλλων μου έγραφε πόσο υπερήφανη αισθανόταν που έβλεπε το μικρό της γιο να βάζει με το που ξύπνησε τη φανέλα του ΠΑΟΚ και να κυκλοφορεί όλη τη μέρα φορώντας την. Και τότε θυμήθηκα... και μου ξανάρθε αυτό το τρελό, απερίγραπτο συναίσθημα που μόνο ο ΠΑΟΚτζής γνωρίζει! Ενα συναίσθημα που δεν στηρίζεται σε τίτλους και επιτυχίες, ούτε σε μεγάλα ονόματα και πρόσωπα. Ενα συναίσθημα που περικλείεται σε 4 γράμματα που προσδίδουν μεγαλείο και περηφάνια. Είχα ήδη "ψηθεί" ξανά…

7 το απόγευμα -2,5 ώρες πριν ξεκινήσει το παιχνίδι- ήμουν στην Τούμπα! Ολα αλλαγμένα και όλα ίδια! Με το πέρασμα των χρόνων γίνανε πολλές ανακαινίσεις, διορθώσεις, προσθήκες όχι μόνο στο γήπεδο αλλά και στη γύρω περιοχή. Ομως το εμβληματικό γήπεδο παρέμενε εκεί και παρά τα νέα του φτιασίδια ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να κρύψει την ηλικία του. Η περιοχή είχε αναπλαστεί αλλά ο κόσμος εξακολουθούσε να προτιμάει να κάθεται στο κράσπεδο με την πλάτη του ακουμπισμένη στο γήπεδο, οι καντίνες και οι υπαίθριες ψησταριές είχαν δεκαπλασιαστεί και η ατμόσφαιρα είχε ποτίσει από τη γνώριμη τσικνίλα, τις ρετσίνες τις μπύρες και άλλα, πλανόδιοι πάγκοι με κασκόλ, καπελάκια κι αναμνηστικά παντού –ακόμα και έξω από τη μπουτίκ της ομάδας με τα αυθεντικά προϊόντα- και ο κόσμος… ο κόσμος… ο κόσμος του ΠΑΟΚ, άντρες, γυναίκες, παιδιά, όλες οι ηλικίες, σε παρέες, μόνοι, φορώντας φανέλες του ΠΑΟΚ τωρινές ή άλλων εποχών, συνδεσμίτικες, με στάμπες του δικέφαλου αετού, συνθήματα, ονόματα, με γέλια, με κουβέντες, με πειράγματα, με αγωνία, όλα κομπλέ… Μια άλλη κοινωνία, όλα κομπλέ! Ολοι με όλους, εκεί!

Μπήκα στο γήπεδο ήδη φτιαγμένος! Ορθιος άρχισα να κοιτάω γύρω μου σαν να μην είχα ξαναμπεί ποτέ. Το μάτι μου στάθηκε στην θύρα 4 και θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια, στιγμές και αναμνήσεις όλες συνδυασμένες με τον ΠΑΟΚ. Την στιγμή που πρωτοπάτησα αυτά τα τσιμέντα (1973) μαζί με τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου, το δέος που ένιωθα από τη βουή που συνόδευε την είσοδο της ομάδας στον αγωνιστικό χώρο, το πρωτάθλημα του 1984-85 στην θ4, τα μεγάλα παιχνίδια με την Μπάγερν και την Νάπολι, τις απογευματινές κοπάνες από το σχολείο όταν υπήρχε αγώνας κυπέλλου τις Τετάρτες, τις χαρές, τις αγωνίες, τις λύπες, όλα άρχισαν να ξανάρχονται στο μυαλό και να με στέλνουν στα χρόνια εκείνα!

Αρχισα να ανεβαίνω την κερκίδα και όταν βρήκα τη θέση μου είδα ότι εκεί καθόταν ένα αγόρι και δίπλα η κοπελιά του. Βγάζανε selfie και γελούσαν χαρούμενοι. Η φανέλα του νεαρού έγραφε PAOK Club Hamburg. Δεν τους είπα τίποτα κι έκατσα κάπου αλλού, αποφασισμένος όταν θα έρθει ο κάτοχός της να μετακινηθώ παραδίπλα, ενδεχομένως στα σκαλάκια, όπως τότε που δεν είχαμε αριθμημένα εισιτήρια και δεν μας ένοιαζε κιόλας. Ο κάτοχός της νέας θέσης μου δεν εμφανίστηκε ποτέ παρά το γεγονός ότι το γήπεδο ήταν "πίτα". Μάλλον κι αυτός καθόταν κάπου αλλού!

Οι παίκτες του AJAX μπήκαν κι ακούσανε τις αφιερώσεις για το τι ακριβώς θα πάθει η μικρή η Ολλανδέζα η π...άνα από τον ΠΑΟΚ, οι δικοί μας αποθεώθηκαν. Ολα κομπλέ! Η ατμόσφαιρα ήταν Τουμπίσια, γνήσια ποδοσφαιρική, βγαλμένη λες από άλλες εποχές. Ολοι όρθιοι, το ματς να ξεκινάει φανταστικά, γρήγορο γκολ, άχαστες ευκαιρίες που …χάθηκαν, να στραβώνει λίγο πριν το ημίχρονο και στο τέλος η στραβή να ολοκληρώνεται. Η μουρμούρα του ημιχρόνου έγινε γκρίνια, όλοι είχαν άποψη, όλοι ξέρανε καλύτερα και τα ‘χαν ‘πει από την προηγούμενη, όλοι με όλους και εναντίον όλων. Ολα κομπλέ!

Μέχρι να βγω, να περιπλανηθώ στα στενά της Τούμπας, να ξεπαρκάρω και να φτάσω στον περιφερειακό πέρασε μία ώρα! Οταν πια έφτασα στο σπίτι ήταν ήδη …αύριο! Θυμήθηκα τα λόγια του κολλητού μου ότι πρέπει να πηγαίνουμε μπροστά και όχι πίσω κι έβαλα τα γέλια! Μα η ζωή προχωράει έτσι κι αλλιώς, το μέλλον έρχεται είτε το θέλεις είτε όχι. Ακόμα κι αν σκαλώσεις ή επιλέξεις συνειδητά να μην προχωρήσεις θα μείνεις απλά στάσιμος σε έναν κόσμο που προχωράει κι εξελίσσεται. Αυτό όμως που δεν μπορείς να κάνεις είναι να πας πίσω, στην εποχή που μεγάλωσες και άρχισες να νιώθεις, όσο κι αν το θέλεις, όσο κι αν το νοσταλγείς. Κι όμως, αυτό ακριβώς ήταν που έπαθα εγώ χθες! Επέστρεψα 30 χρόνια πίσω, στα χρόνια της νιότης μου σ’ ένα περιβάλλον και μία ατμόσφαιρα ίδια με εκείνη την εποχή! Με όχημα μια τεράστια ομάδα, μια μεγαλειώδη ιδέα, ένα ασύλληπτο μέγεθος!

Επεσα για ύπνο πραγματικά περήφανος που είμαι ΠΑΟΚ!

04.08.2016
Κ.Π.

Παρασκευή, Μαρτίου 04, 2016

Ανεκτικότητα Ή Ο άλλος θα μπορούσες να είσαι εσύ

Η εμπειρία ζωής μου λέει ότι το μίσος προς τους άλλους ανθρώπους είναι καλυμμένο μίσος προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Οποιος περιφρονεί τους άλλους δεν αντέχει τον εαυτό του.

Κόντρα στην περιφρόνηση μας δίδαξαν πάντα την ανεκτικότητα, και σε πολλούς αιώνες, που αυτή κάθε άλλο παρά αυτονόητη ήταν, θα είχε κάνει τη ζωή ανάμεσα σε ξένους πολιτισμούς πιο υποφερτή. Ομως η ανεκτικότητα αποτελεί πράγματι τη λύση των παγκόσμιων προβλημάτων; Παρ' όλο που θέλω να μείνω πραγματιστής, πιστεύω ότι δεν επαρκεί απόλυτα, αφού ανεκτικότητα σημαίνει ανοχή. Η ανεκτικότητα όσο ανθρωπιστική κι αν είναι, μας καλεί να δεχτούμε τον άλλο.
Για μένα αυτό είναι κάπως λίγο. Εγώ πηγαίνω με τους σύγχρονους, όπως τον υπέροχο δημοσιογράφο Georg Stefan Troller. Αυτός ρωτήθηκε γιατί έχει γυρίσει τόσες ταινίες για ανάπηρους και φυλακισμένους. Απάντησε: «Επειδή όλοι μας κατά κάποιον τρόπο είμαστε ανάπηροι. μέσα από τον πόλεμο, από τους γονείς, μέσα από μια ερωτική απογοήτευση». Και σχετικά με τους φυλακισμένους: «Το θέμα είναι, βλέποντας έναν άγνωστο προς αυτούς και στην αρχή εντελώς αντιπαθητικό άνθρωπο, οι θεατές να πουν: Μα αυτός είμαι εγώ».

Δεν είναι λοιπόν το θέμα η ανεκτικότητα απέναντι στον άγνωστο προς εμένα, αλλά ο σεβασμός απέναντι σε αυτόν, αφού αυτός ή οι άλλοι, αυτός ή αυτοί που συναντώ στο δρόμο σε αναπηρικό καρότσι ή σε μια μακρινή χώρα, αυτός ή αυτοί θα μπορούσαν να είμαι εγώ ο ίδιος.
Μόνο μια σύμπτωση, τίποτε άλλο από μια σύμπτωση το θέλησε διαφορετικά.
Peter Ustinov
"Προσοχή! Προκαταλήψεις"
2003

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ


Το "Απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ" είναι μια πραγματικά απίστευτη, ξεκαρδιστική περιπέτεια απ' άκρη σ' άκρη της Ευρώπης και έξω από αυτή, μια ιστορία έρωτα πιο αφρισμένη και σπαρταριστή κι από αναψυκτικό με ανθρακικό, μα και καρπός περισυλλογής γύρω από μια τρομερή πραγματικότητα: τη μάχη που δίνουν καθημερινά οι παράνομοι μετανάστες, οι απόλυτοι τυχοδιώκτες του εικοστού πρώτου αιώνα.

...
Οσο οι ξύλινες σανίδες του κιβωτίου έτριζαν κάτω από τα συντριπτικά χτυπήματα του σιδηρολοστού, ο Ατζατασάτρου φανταζόταν τους Αφρικανούς να πηδάνε σαν αιλουροειδή μέσα στη νύχτα, σκαρφαλώνοντας σε όλα τα φορτηγά εν κινήσει που είχαν σημαδέψει τη διαδρομή τους ίσαμε εδώ. Ο Βιράζ είχε ομολογήσει ότι έμπαιναν επίσης στις καρότσες όσο οι οδηγοί ξεκουράζονταν στις στάσεις των αυτοκινητόδρομων, αργά τη νύχτα και ει δυνατόν όταν έβρεχε, ώστε ο θόρυβος της βροχής να καλύπτει τον ήχο απ' τις κινήσεις τους. Τους φαντάστηκε κρυμμένους πίσω απ' τα κοντέινερ, να ξεπαγιάζουν, λιμασμένοι και με κομμένη την ανάσα.
Ομως όλα τα ταξίδια έχουν το τέλος τους ακόμα και τα πιο δύσκολα, ακόμα κι αυτά που δοκιμάζουν τις αντοχές σου, και αυτοί οι άντρες ήταν καθ' οδόν προς φιλόξενο λιμάνι, παρ' ότι το Λονδίνο, περιτριγυρισμένο από στεριά, δε μετρούσε για λιμάνι. Είχαν πετύχει στην αποστολή τους. Θα μπορούσαν να αναζητήσουν εργασία και να στείλουν λεφτά στους δικούς τους. Και ο Ατζατασάτρου ήταν ευτυχής που βρισκόταν μαζί τους στο νήμα του τερματισμού, που ήταν μάρτυρας της ευόδωσης του γενναίου εγχειρήματός τους.

«Τα 'χεις καταλάβει όλα, Βιράζ - όταν δε σου δίνουν αυτό που αξίζεις, πρέπει να το παίρνεις μόνος σου. Πρόκειται για αρχή που όριζε ανέκαθεν τη ζωή μου» πρόσθεσε, χωρίς να διευκρινίσει ότι στον ωραίο αυτό ορισμό συμπεριλαμβανόταν και η πτήση με το αεροπλάνο.
Ο Ινδός μόλις είχε καταλάβει ότι απέναντί του είχε τους πραγματικούς τυχοδιώκτες του 21ου αιώνα. Δεν ήταν οι λευκοί ιστιοπλόοι, με τα σκάφη τους των εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και τα πανιά τους ανοιχτά στον άνεμο καθώς έκαναν μόνοι τους τον γύρο του κόσμου, τους οποίους τους είχαν χεσμένους όλοι εκτός απ' τους χορηγούς επικοινωνίας τους. Αυτοί δεν είχαν πια τίποτα καινούριο ν' ανακαλύψουν.

Ο Ατζατασάτρου χαμογέλασε μες στο σκοτάδι της νύχτας. Ηθελε κι αυτός, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, να κάνει κάτι για κάποιον άλλον κι όχι μονάχα για τον εαυτό του...
Romain Puértolas
"Το απίστευτο ταξίδι του φακίρη που παγιδεύτηκε σε μια ντουλάπα ΙΚΕΑ"
2013

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 16, 2015

Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός


Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβαρός.
Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας.
Αυτή η μάρκα πονηρών βουλώνει τρύπες· πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικητές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους.

Ενας τέτοιος έφτασε να γίνει πρωθυπουργός· δεν διέθετε καμία έμφυτη κοινωνική επιρροή (λάμψη, ευφυΐα, παράστημα, γοητεία, ευφράδεια), σιχαινόταν τη συνάφεια με τον κόσμο (μετά τις αναγκαστικές χειραψίες είχε στο αυτοκίνητο ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα για να απολυμαίνει τα χέρια του) και ήταν τόσο σοβαρός, που γινόταν αστείος.
Ομως δεν χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος για τίποτα, τη δουλειά είχαν αναλάβει εργολαβία τα κανάλια και οι εφημερίδες· και όποτε το επιχειρούσε, το σαθρό και ολίγιστο μέσα του τον εξέθεταν.
Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυλισμούς των σεισμόπληκτων· κοίταξε ξινά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπόλυτα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέινερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί ανθρώπινα, τα ρώτησε: «Πού είναι πιο καλά, εδώ ή στο σπίτι;».
Διονύσης Χαριτόπουλος
"Εγχειρίδειο βλακείας"
2008

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015

Ο κύκλος του ενενήντα εννιά

«Χοντρέ, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει;»
«Ε;»
«Αυτό σκέφτομαι μερικές φορές. Η σχέση μου με την Γκαμπριέλα πάει πολύ καλά, καλύτερα από παλιά. Ομως δεν είναι όπως θα ήθελα. Ξέρω κι εγώ; Λείπει πάθος, φλόγα ή ίσως διασκέδαση. Στο πανεπιστήμιο  μου συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Πάω στα μαθήματα, μαθαίνω, γράφω εξετάσεις και περνάω. Κάτι μένει ανολοκλήρωτο, όμως. Δεν νιώθω ικανοποιημένος, δεν αισθάνομαι μια καθημερινή απόλαυση ότι σπουδάζω αυτό που επιθυμώ. Το ίδιο και με τη δουλειά μου. Είναι καλή, με πληρώνουν αρκετά, αλλά δεν είναι αυτό που θα ήθελα να κερδίζω εγώ»
«Και σ' όλα το ίδιο;»
«Ετσι νομίζω. Ποτέ δεν ησυχάζω και να πω: "Εντάξει, τώρα όλα είναι καλά". Το ίδιο παθαίνω με τον αδερφό μου, με τους φίλους, με τα χρήματα, με τη φυσική μου κατάσταση... Με όσα, τελικά, με ενδιαφέρουν.»
«Πριν από μερικές εβδομάδες, όταν είχες αγχωθεί με την κατάσταση στο σπίτι σου, δεν το ένιωθες αυτό;»
«Ναι, υποθέτω. Ομως με απασχολούσαν άλλα πράγματα σοβαρότερα, που τα κάλυπταν αυτά. Τα σημερινά είναι κατά κάποιον τρόπο "μια πολυτέλεια", που θα έδινε πληρότητα σ' όλα τα άλλα.»
«Δηλαδή, η ανησυχία σου αυτή εμφανίζεται όταν εξαφανίζονται τα μεγάλα προβλήματα.»
«Ναι.»
«Δηλαδή το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν έχεις πρόβλημα.»
«Τι;»
«Δηλαδή όταν όλα βελτιώνονται.»
«Ε... ναι.»
«Πες μου κάτι Ντεμιάν. Τι νιώθεις όταν παραδέχεσαι ότι το πρόβλημά σου αρχίζει όταν όλα πηγαίνουν καλύτερα;»
«Νιώθω βλάκας.»
«Η αλήθεια να λέγεται, Ντεμιάν» είπε ο Χοντρός. «Πάει καιρός που δεν σου έχω πει παραμύθι με βασιλιά, έτσι δεν είναι;»
«Πράγματι.»
«Ηταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς, ας πούμε, "κλασικός".»
«Τι είναι ο "κλασικός βασιλιάς", δηλαδή;»
«Ο κλασικός βασιλιάς του παραμυθιού είναι ένας βασιλιάς ισχυρός, που έχει μεγάλη περιουσία, ένα υπέροχο παλάτι, εκλεκτές λιχουδιές στο τραπέζι του, ωραίες συζύγους και μπορεί ν' αποκτήσει ό,τι θέλει. Και παρ' όλα αυτά δεν είναι ευτυχισμένος.»
«Α...»
«Κι όσο πιο κλασικό είναι το παραμύθι τόσο πιο δυστυχισμένος είναι ο βασιλιάς.»
«Κι αυτός ο βασιλιάς πόσο κλασικός ήταν;»
«Πολύ κλασικός.»
«Βρε τον κακομοίρη!»


Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος, που είχε έναν υπηρέτη που ήταν πανευτυχής, όπως κάθε υπηρέτης θλιμμένου βασιλιά.
Κάθε πρωί ξυπνούσε το βασιλιά και του έφερνε το πρόγευμά του τραγουδώντας  χαρούμενα τραγουδάκια των γελωτοποιών. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο χαμόγελο, κι όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Μια μέρα, ο βασιλιάς τον φώναξε.
«Ποιο είναι το μυστικό σου;» του είπε.
«Ποιο μυστικό μεγαλειότατε;»
«Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου;»
«Δεν υπάρχει κανένα μυστικό, μεγαλειότατε.»
«Μη μου λες ψέματα. Εχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές από ένα ψέμα.»
«Δεν σας λέω ψέματα, μεγαλειότατε. Δεν κρύβω κανένα μυστικό.»
«Και γιατί είσαι συνέχεια κεφάτος και ευτυχισμένος; Ε; Γιατί;»
«Μα δεν έχω κανένα λόγο να είμαι θλιμμένος. Η μεγαλειότητά σας με τιμά που με έχει στην υπηρεσία της. Εχω γυναίκα και παιδιά και ζούμε στο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή και, επιπλέον, η μεγαλειότητά σας μας χαρίζει κάθε τόσο λίγα χρήματα για να ικανοποιούμε κανένα καπρίτσιο. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;»
«Αν δεν μου πεις τώρα αμέσως το μυστικό σου, θα διατάξω να σε αποκεφαλίσουν.» είπε ο βασιλιάς. «Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μόνο με αυτά που είπες.»
«Μα βασιλιά μου, δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Πολύ θα ήθελα να σας ικανοποιήσω, όμως, δεν έχω τίποτα κρυφό.»
«Φύγε, φύγε από μπροστά μου προτού φωνάξω το δήμιο!»
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια υπόκλιση και βγήκε από τη σάλα.
Ο βασιλιάς πήγαινε να τρελαθεί. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί αυτός, ο βαλές του, ήταν τόσο ευτυχισμένος ζώντας με δανεικά, με μεταχειρισμένα και παλιά ρούχα και τρώγοντας τα περισσεύματα των αυλικών.
Οταν ηρέμησε, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του περιέγραψε τη συζήτηση που είχε κάνει το ίδιο πρωί.
«Γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;»
«Α, μεγαλειότατε, επειδή βρίσκεται έξω από τον κύκλο.»
«Εξω από τον κύκλο;»
«Ναι.»
«Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;»
«Οχι, μεγαλειότατε. Ετσι δεν είναι δυστυχισμένος.»
«Δεν καταλαβαίνω. Αν είσαι στον κύκλο είσαι δυστυχής;»
«Ακριβώς.»
«Κι αυτός δεν είναι.»
«Ναι.»
«Και πως βγήκε;»
«Δεν μπήκε ποτέ.»
«Τι κύκλος είναι αυτός;»

«Ο κύκλος του ενενήντα εννιά.»
«Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»
«Βασιλιά μου, θα καταλάβεις μόνο αν μ' αφήσεις να σου το δείξω στην πράξη.»
«Πώς δηλαδή;»
«Αν μ' αφήσεις να βάλω τον βαλέ σου στον κύκλο.»
«Ναι, ας τον αναγκάσουμε να μπει.»
«Δεν χρειάζεται, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.»
«Μα δεν θα αντιληφθεί ότι έτσι θα γίνει δυστυχισμένος άνθρωπος;»
«Θα το αντιληφθεί.»
«Ε, τότε, δεν πρόκειται να μπει.»
 «Δεν θα μπορέσει να το αποφύγει.»
«Μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει και παρ' όλα αυτά θα μπει και δεν θα μπορεί μετά να βγει;»
«Ετσι είναι, μεγαλειότατε. Θέλεις να χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη για να καταλάβεις πώς λειτουργεί ο κύκλος;»
«Ναι.»
«Εντάξει τότε. Σήμερα το βράδυ θα περάσω να σε πάρω. Να ετοιμάσεις ένα σακί με ενενήντα εννιά χρυσά φλουριά. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.»
«Και τι άλλο; Να πάρω και τους φρουρούς μου;»
«Μόνο το σακί με τα χρήματα. Θα τα πούμε το βράδυ, μεγαλειότατε.»
«Σύμφωνοι.»
Πράγματι, τη νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει το βασιλιά. Πήγαν μαζί κρυφά στην αυλή του παλατιού και κρύφτηκαν πίσω από το σπίτι του υπηρέτη. Εκεί περίμεναν να ξημερώσει.
Μέσα στο σπίτι άναψε το πρώτο κερί. Ο σοφός έδεσε στο σακί με τα φλουριά ένα μήνυμα που έλεγε:
 
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ.
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙ ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
 
Εδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε και ξανακρύφτηκε.
Οταν βγήκε ο υπηρέτης, ο σοφός και ο βασιλιάς τον παρακολουθούσαν πίσω από τους θάμνους.
Ανοιξε το σακί, διάβασε το μήνυμα, άκουσε το μεταλλικό θόρυβο του χρήματος και αναρρίγησε. Εσφιξε το θησαυρό στο στήθος του, κοίταξε ολόγυρα μήπως τον παρακολουθεί κανένας και μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι.
Ακούστηκε η κλειδαριά, και ο βασιλιάς με το σοφό πλησίασαν στο παράθυρο να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις του βαλέ.
Είχε ρίξει στο πάτωμα ό,τι βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, εκτός από ένα κερί. Καθόταν στην καρέκλα και άδειαζε το περιεχόμενο του σάκου. Τα μάτια του δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν.
Ηταν ένα βουνό από χρυσά φλουριά!
Αυτός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε πιάσει ούτε ένα, τώρα είχε ένα ολάκερο βουνό!
Ο υπηρέτης τα χάιδευε και τα έκανε στοίβες. Τα κοίταζε και τα χάζευε πως έλαμπαν στο φως του κεριού. Τα συγκέντρωνε και τα σκορπούσε, τα έκανε σωρούς.
Παίζοντας, άρχισε να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι... Στο μεταξύ πρόσθετε, είκοσι, τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα... ώσπου έκανε την τελευταία στοίβα και... ήταν μόνο εννιά φλουριά!
Στην αρχή έψαξε με το βλέμμα το τραπέζι, αναζητώντας ένα ακόμα νόμισμα. Υστερα στο πάτωμα και μέσα στο σακί.
«Δεν είναι δυνατόν» σκέφθηκε. Εστησε την τελευταία στοίβα με φλουριά δίπλα στις υπόλοιπες και είδε πως ήταν πιο χαμηλή.
«Με λήστεψαν!» φώναξε. «Κερατάδες! Μ' έκλεψαν!»
Εψαξε ξανά επάνω στο τραπέζι, από κάτω, στο σακί, στα ρούχα του, στις τσέπες του, κάτω από τα έπιπλα... Μα δεν βρήκε αυτό που γύρευε.
Επάνω στο τραπέζι, σαν να τον περιγελούσε, στεκόταν μια στήλη με αστραφτερά χρυσά φλουριά και του υπενθύμιζε πως ήταν ενενήντα εννιά. Μόνο ενενήντα εννιά.
«Ενενήντα εννιά φλουριά. Είναι πολλά λεφτά» συλλογίστηκε. «Μου λείπει όμως ένα. Ενενήντα εννιά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Τα εκατό είναι, αλλά όχι ενενήντα εννιά.»
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλός του κοίταζαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν πια το ίδιο. Ηταν σκυθρωπός, τα χαρακτηριστικά του τεταμένα. Τα μάτια είχαν γίνει μικρά και μισόκλειστα, το στόμα του είχε στραβώσει σ' ένα φοβερό μορφασμό κι έδειχνε τα δόντια του.
Ο υπηρέτης φύλαξε τα φλουριά στο σακί και, κοιτάζοντας ολόγυρα μήπως τον βλέπει κανένας, το έκρυψε ανάμεσα στα καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και καλαμάρι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό έπρεπε να κάνει οικονομίες για να αποκτήσει το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος του, μεγαλόφωνα.
Ηταν πρόθυμος να δουλέψει σκληρά για να το αποκτήσει. Υστερα, δεν θα είχε πια ανάγκη να δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά, ένας άνθρωπος μπορεί να κάθεται και να μη δουλεύει.
Με εκατό χρυσά φλουριά είσαι πλούσιος.
Με εκατό χρυσά φλουριά ζεις άνετα, χωρίς σκοτούρες.
Τελείωσε τους λογαριασμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην μπάντα το μηνιάτικό του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε έντεκα με δώδεκα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
«Δώδεκα χρόνια είναι πάρα πολλά», σκέφτηκε.
Θα μπορούσε να πει στη γυναίκα του να ψάξει κι εκείνη για δουλειά στο χωριό για ένα διάστημα. Επιπλέον, εκείνος τελείωνε τη δουλειά του στο παλάτι στις πέντε το απόγευμα, άρα, μπορούσε να δουλέψει ύστερα ως αργά το βράδυ και να βγάλει κάποια χρήματα.
Εκανε λογαριασμούς. Με την έξτρα δουλειά στο χωριό και τη δουλειά της γυναίκας του θα συγκέντρωνε τα χρήματα σε εφτά χρόνια.
Ηταν πάρα πολύς καιρός!
Ισως να μπορούσε να πουλήσει στο χωριό το φαγητό που περίσσευε και να κερδίσει κάτι. Πράγματι, όσο λιγότερο έτρωγαν τόσο περισσότερο θα πουλούσαν.
Να πουλήσουν, να πουλήσουν...
Εκανε ζέστη. Τι τα ήθελαν τα χειμωνιάτικα ρούχα; Τι το ήθελαν το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια;
Θα έκαναν θυσίες. Ομως ύστερα από τέσσερα χρόνια θα αποκτούσε το εκατοστό φλουρί.
Ο βασιλιάς και ο σοφός γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννιά.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα. Ενα πρωί, ο βαλές μπήκε στην κρεβατοκάμαρα του βασιλιά χτυπώντας την πόρτα, γκρινιάζοντας, πολύ κακόκεφος.
«Μα τι έπαθες;»
«Τίποτα δεν έπαθα.»
«Δεν πάει πολύς καιρός που όλο γελούσες και τραγουδούσες.»
«Κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω. Τι άλλο θέλει η μεγαλειότητά σας; Να κάνω μήπως τον γελωτοποιό και τον τραγουδιστή;»
Σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη. Δεν είναι ευχάριστο να σε υπηρετεί κάποιος που συνεχώς είναι κακόκεφος.
 
«Και σήμερα, τώρα που μιλούσαμε, θυμήθηκα το παραμύθι του βασιλιά και του υπηρέτη του.
Εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευτεί σ' αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
Γι' αυτό, μάθαμε ότι η ευτυχία θα έρθει όταν θα ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει...
Κι επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ τη ζωή...

Τι θα συνέβαινε όμως

αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας
και αντιλαμβανόμασταν, έτσι ξαφνικά,
ότι τα ενενήντα εννιά φλουριά μας
είναι το εκατό τοις εκατό 100% του θησαυρού.
Οτι δεν μας λείπει τίποτα,
κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα,
το εκατό δεν είναι καθόλου
πιο στρογγυλός αριθμός
από το ενενήντα εννιά.
Αυτό είναι μόνο μια παγίδα,
ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας,
για να είμαστε βλάκες,
για να σέρνουμε το κάρο,
κουρασμένοι, κακόκεφοι,
δυστυχείς και συμβιβασμένοι.
Μια παγίδα για να μη σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε
και για να μείνουν όλα όπως έχουν.
Αιωνίως τα ίδια!
Πόσα πράγματα θα άλλαζαν
αν μπορούσαμε να απολαύσουμε
τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι.

Προσοχή, όμως, Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενήντα εννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε.
Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.
Ομως, αυτό είναι σε άλλο παραμύθι.»
Jorge Bucay
"Να σου πω μια ιστορία"
2006

 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014

Αποδελτίωση (ΜΕΤΡΟ, Ιανουάριος 2015)

ΣΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΝ ΟΛΟΜΑΥΡΗ ΡΑΧΗ
(...)
Αλλά για ποιαν ανατροπή πρόκειται; Τι μπορεί να ανατρέψει μια τέχνη που υποστηρίζεται σε τέτοιο βαθμό από ιδιωτικούς οικονομικούς κολοσσούς ή κρατικούς φορείς που, κανονικά, θα έπρεπε να βρίσκονται στο στόχαστρο οποιασδήποτε ανατρεπτικής δραστηριότητας ακριβώς επειδή συντηρούν ό,τι θα έπρεπε να ανατραπεί;
Μήπως, απλώς, πρόκειται για μια ανατροπή των παραδοσιακών δικτύων ανταλλαγής προς όφελος νέων, ακριβώς επειδή η αναζωογόνηση, η επέκταση προς καινούρια πεδία αποτελεί τον καλύτερο τρόπο όχι ανατροπής αλλά, αντιθέτως, ανακύκλωσης, δηλαδή διατήρησης του υπάρχοντος - οποιουδήποτε υπάρχοντος; (...)
Νίκος Δασκαλοθανάσης


ΣΤΟΠ-ΚΑΡΕ
Νέα σκηνικά σε γνωστό φόντο.
Γιατί τέτοια φοβία στη διαφορετικότητα;
Δεν θα υπάρξει κι άλλη κιβωτός του Νώε. Πρέπει να σωθούμε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Εμείς και οι διαφορετικοί εμείς.
Ο Νίτσε λέει να ψάχνουμε την αιωνιότητα στο καθετί.
Ο Πικάσο αποσυνθέτει το μπουκάλι του Περνό για να αναδείξει διαφορετικές προοπτικές.
Ομως ο ρατσισμός κατοικεί στις ψυχές, στην αυτοδικία των δελτίων ειδήσεων.
Για τον Κικέρωνα η προφορά και μόνο της λέξης "ειρήνη" χαϊδεύει την ακοή. Δοκιμάστε το! Δεν έχει σημασία σε ποια γλώσσα. Δεν έχει σημασία ποιος θεός θα τ' ακούσει.
Απλά, κάντε το.
Ετόρε Φερίνι


Η ΞΑΝΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ
Η AGB άλλαξε τρόπο υπολογισμού θεαματικότητας: 10.000 ευρώ μετρητά δίνει ο Λιάγκας, 500 την ημέρα ο Παπαδάκης. Και στο τέλος της βδομάδας μία επίπλωση 5.000 ευρώ...


Κι εσύ, Βαγγέλη μου ξανθέ, τι θέλεις ανάμεσα στους ιλουστρασιόν τύπους που "διδάσκουν" πόνο και πάθος σε 8χρονα παιδιά; Κι αυτά που απορρίπτονται από το music school σας και γυρίζουν σπίτι μαζί με τους ματαιόδοξους γονείς τους, σκέφτηκες τι διδάσκονται;
Κρίμα... μια κρουαζιέρα μου 'ταξες, αλλά δεν νοιάζεσαι πια...
Ευγενία Λουπάκη


ΜΑΘΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ, ΓΑΜΑ ΤΑ
ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ
(...)
Η τράπεζα θεμάτων έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων, ενώ παράλληλα δυσκολεύει τη διαδικασία εκμάθησης και καταδικάζει ειδικότερα τους μη αποδοτικούς μαθητές. Θεωρητικά, λοιπόν, ο κύριος Λοβέρδος θα έπρεπε να την έχει ήδη καταργήσει.
Αλλά τι να κάνουμε, τα συμφέροντα εξυπηρετούνται καλύτερα από λαούς με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Σωστά;
Ελένη Μπέλκα
Α' Λυκείου, 1ο ΓΕΛ Κερατσινίου


ΦΥΛΑΚΕΣ ΥΨΙΣΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Τα κελιά της ντροπής είναι εδώ
(...)
Η λειτουργία φυλακών τύπου Γ' στην Ελλάδα δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το πεδίο της οικονομικής πολιτικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία διαβιούμε. Είναι η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία η κυβέρνηση μπορεί να παρέχει ελάχιστες ή καμία υλική υπόσχεση, δεν μπορεί να πείσει τους πολίτες ότι υπάρχει κάποια προοπτική οικονομικής και κοινωνικής ευμάρειας. Συνεπώς, η παραγωγή -και κατ' επέκταση η πολιτική διαχείριση εκ μέρους τους κράτους- του φόβου και της ανασφάλειας αποτελεί το μόνο ευνοϊκό πεδίο άσκησης πολιτικής και πιθανής απόσπασης κοινωνικής συναίνεσης.
Οι πολίτες, συνεπώς, πρέπει να πειστούν ότι η σιδηρά επιβολή του νόμου και της τάξης, η ασφάλεια, ιεραρχείται ως ύψιστο ιδανικό, την ίδια στιγμή που οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα περικόπτονται εν ριπή οφθαλμού περιορίζοντας την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ευμάρεια. (...)
Αχιλλέας Κουρεμένος


«Δες πως ακόμα βαδίζω σε μέρη /
εκεί που η φαντασία ακόμα στήνει καρτέρι /
εκεί που οδηγούν μοναχικά μονοπάτια /
εκεί που η μοναξιά γκρεμίζει, χτίζει παλάτια. /
Δες πως ακόμα υπάρχω, αναπνέω /
ανοίγω πανιά, σαλπάρω και φεύγω /
σε μέρη ονείρου φιγούρες αγγίζω /
τα κάγκελα σπάω, τα τείχη γκρεμίζω. /
Κι ας είναι η φαντασία ένα καράβι /
που θα σαλπάρω μαζί της στ' όνειρο, /
να βαδίσω σε μέρη που ακόμα ανατέλλει ο ήλιος /
πριν τον καλύψουν για πάντα τα τείχη που γύρω μας χτίζουν»
Αγνωστος Χτύπος & Ελλη


«Δημιουργούν με τον εσωτερικό τους αγώνα έναν καλύτερο κόσμο»
(...)
- Γιατί οδηγούνται, κατά τη γνώμη σου, τα παιδιά σε έναν εν πολλοίς αυτοκαταστροφικό, μέσα στο δεδομένο σύστημα που ζούμε, δρόμο;
«Δεν πιστεύω πως είναι αυτοκαταστροφικός. Αυτά τα παιδιά, τουλάχιστον αυτά τα τέσσερα που έχω γνωρίσει καλύτερα, αγαπάνε πολύ και τη ζωή των άλλων και τη δική τους. Προσέχουν, ακόμα και μέσα στη φυλακή, υπερβολικά την υγεία τους, την υγιεινή τους, τη διατροφή τους. Τα πάντα. Δεν είναι καθόλου αυτοκαταστροφικά. Διαβάζουν, βλέπουν ταινίες, ακούνε πολλή μουσική... θέλουν να προχωρήσουν ις σπουδές τους, όπως είδαμε και με την περίπτωση του Νίκου. Η Πολιτεία, βέβαια, προβάλλει ότι είναι αυτοκαταστροφικά, για να δικαιολογήσεις τις πράξεις της. Είναι αυτοκαταστροφικά, άρα θέλουν να καταστρέψουν. Τα παιδιά, όμως, πιστεύουν ότι οι πράξεις τους προωθούν την έννοια της ζωής και της αξιοπρέπειας. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετη η θεώρησή τους».

-Το λέω με την έννοια ότι ξέρουν το τίμημα. Ξέρουν το αδιέξοδο ενός τέτοιου τρόπου δράσης και ξέρουν ότι μπορεί το τίμημα να είναι η στέρηση της ελευθερίας τους.
«Αυτό το έκαναν εν γνώσει τους, δεν θεωρούσαν ότι αυτό το τίμημα αποτελεί καταστροφή αλλά ότι αφυπνίζει συνειδήσεις, ότι συμβάλλει στην αφύπνιση του κόσμου». (...)
Λίνα Βεργοπούλου

 
Β Ι Β Λ Ι Ο
Χρήστος Τσιόλκας - "Μπαρακούντα"
Μπορεί το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο "Μπαρακούντα" να κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν από λίγους μήνες, αλλά η περίπτωση του Χρήστου Τσιόλκα είναι ιδιαίτερη.
Κατ' αρχάς τα στατιστικά του είναι συντριπτικά: Το φθινόπωρο του 2009, με το βιβλίο του "Το χαστούκι" ("The Slap") κέρδισε το βραβείο καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Booker. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και την τελευταία πενταετία θεωρείται ο πιο διάσημος συγγραφέας της Αυστραλίας.
Παιδί Ελλήνων μεταναστών της εργατικής τάξης με καταγωγή από την Αιτωλοακαρνανία, ακτιβιστής, αριστερός και ομοφυλόφιλος, ο Τσιόλκας γράφει στο "Μπαρακούντα" μια ιστορία που ξέρει καλά. Ο Ντάνι-"Μπαρακούντα". ο κολυμβητής ήρωάς του, στοχεύει στον πρωταθλητισμό και σε ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Στην πραγματικότητα παλεύει, κολυμπάει για να "απαλλαγεί" από το βάρος της ταπεινής του καταγωγής. Ο Ντάνι, παιδί μεταναστών από την Ελλάδα και τη Σκωτία, προέρχεται από την εργατική τάξη. Αρχίζει την κολύμβηση σε ηλικία 8 χρονών, αλλά στα 25 νιώθει ότι το σώμα του δεν τον ακολουθεί. Η αποτυχία, η συντριβή είναι κοντά...
Ειρήνη Ορφανίδου


ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΩΡΟΣΚΟΠΙΟ
ΤΙΓΡΗΣ (ΥΔΡΟΧΟΟΣ)
Tίγρης είναι η Ελλάδα, η χώρα του μποτέ, η κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τους άπληστους πλούσιους. Η Ελλάδα που στους 20 τελευταίους αιώνες είναι συνεχώς υπό κατοχή (Ρωμαίοι, Ενετοί, Τούρκοι, Αγγλοι, Αμερικάνοι, Γερμανοί). Και UFO να έρθουν να κατακτήσουν τον πλανήτη, στην Ελλάδα θα προσγειωθούνε. Λόγια, κόνξες, πουτανιά, μέλι πολύ και τηγανίτα τίποτα. Αντε να σε πείσει η κότα που κάνει την πάπια ότι είναι Τίγρης.

Υ.Γ.: Τυριά Ξυπνήστε! Θα σας φάνε οι Βλάχοι!
Τζίμης Πανούσης
"ΜΕΤΡΟ"
Ιανουάριος 2015

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2014

Τα δακρυγόνα μαζί τα φάγαμε...


«Τα δακρυγόνα μαζί τα φάγαμε...» και «All dogs go to heaven».
Αυτές οι δύο φράσεις συνοδεύουν το εντυπωσιακό graffiti του "Λουκάνικου" που δημιούργησαν σε τοίχο στου Ψυρρή (συγκεκριμένα στην οδό Ρήγα Παλαμήδου 4 και Σαρρή) τρεις γκραφιτάδες με τα καλλιτεχνικά ονόματα Billy Gee (Smart), Martinez και N-Gramms.

Πρόκειται για ένα φόρο τιμής στον σκύλο-σύμβολο των διαδηλώσεων στην Ελλάδα της κρίσης, καθώς την περίοδο των μεγάλων αναταραχών στο κέντρο της Αθήνας, το περιοδικό "TIME" τον είχε συμπεριλάβει στις 100 προσωπικότητες της χρονιάς, ενώ τον είχε χαρακτηρίσει ως "σκύλο της χρονιάς"!

Ο θάνατός του έγινε γνωστός μόλις στις αρχές Οκτωβρίου, αν και στην πραγματικότητα ο "Λουκάνικος" είχε πεθάνει από τον Μάιο. Η απώλειά του δεν προκάλεσε απλώς συγκίνηση στους κατοίκους της πόλης, αλλά όπως αποδείχτηκε για κάποιους αποτέλεσε πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο εμπνευστής του graffiti Βασίλης Γρυπάρης δήλωσε «ο "Λουκάνικος" μας κρατούσε συντροφιά τα βράδια και όταν κάναμε skate κουνούσε χαρούμενος την ουρά του», ενώ πρόσθεσε: «Θα στείλω φωτογραφίες του graffiti στους "New York Times", καθώς είχαν ασχοληθεί μαζί του εκτενώς».

Ο "Λουκάνικος" είχε τη δική του ιστορία και κάποιοι την έγραψαν στον τοίχο με μπογιά...
"ΕΞΕΛΙΞΗ" - "Symbol"
26 Οκτωβρίου 2014

Σάββατο, Οκτωβρίου 04, 2014

Μοναξιά

«Θα σου πω ποια μοναξιά με τρομάζει περισσότερο: Εκείνη που την νιώθεις μέσα στο πλήθος.
Γιατί κανείς δεν ακούει τα λόγια σου, δεν μετράει τους παλμούς της καρδιάς σου, δεν απλώνει το χέρι να πιάσει το δικό σου, απλά βαδίζει δίπλα σου και πολλές φορές σε σπρώχνει για να περάσει».
Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2014

Φοβάμαι πως είμαστε βαθιά αγράμματοι...


(...)
«Στην Ελλάδα ο πολίτης έχει πάρει διαζύγιο από το κράτος προτού παντρευτεί. Εκ γενετής συμβαίνει το ίδιο πράγμα. Αλλο το κράτος άλλο εγώ. Το αίτημα του πολίτη βρίσκεται διαρκώς πάνω από το κράτος. Και καλό θα ήταν κάποια στιγμή ο Ελληνας να εγκαταλείψει την αφήγηση του τύπου "Οταν εμείς είχαμε δημοκρατία, αυτοί βρίσκονταν στα δέντρα", γιατί ούτε αυτή δεν σέβεται όταν δεν ξέρει καν ποιος είναι ο Πλάτων. Φοβάμαι πως είμαστε βαθιά αγράμματοι, και πνευματικά αλλά και συναισθηματικά».

Δυστυχώς δεν δείχνει να αισιοδοξεί όταν τον ρωτάω ποια λύση βλέπει για τη χώρα. «Πρώτα να αλλάξουμε τον τρόπο που μορφωνόμαστε και φυσικά να αυξήσουμε την παραγωγή: ήλιος, θάλασσα, ελιά, κλίμα (και με τις δύο έννοιες). Ηλιοφάνεια. Να γίνουμε επιτέλους οι ίδιοι παίχτες του φωτός. Πρέπει να γυρίσουμε σε αυτά τα ταπεινά και τόσο μεγαλειώδη συστατικά και να πάψουμε να νομίζουμε ότι είμαστε βασιλιάδες».
 
Τι συμβαίνει όμως όταν ο βασιλιάς -στην περίπτωσή μας- είναι γυμνός; «Φοβάμαι ότι ο βασιλιάς δεν είναι γυμνός, αλλά ξεβράκωτος. Το "γυμνός" ενέχει διάφορες υποδηλώσεις, ενώ το "ξεβράκωτος" τα φέρνει όλα στη φόρα». (...)
Σταμάτης Φασουλής
"ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ"
11 Δεκεμβρίου 2011

Πέμπτη, Αυγούστου 14, 2014

Διακοπή από τις διακοπές

Κάποτε τη λέξη «διακοπές» τη χρησιμοποιούσαν για το φως και το νερό που κάθε τόσο σταματούσαν. Ηταν από τα κακά που συνόδευαν εκείνη την εποχή. Σήμερα οι άνθρωποι τη χρησιμοποιούν για την ίδια τους τη ζωή. Είναι από τα καλά που συνοδεύουν αυτή την εποχή. Ή τουλάχιστον θα μπορούσε να είναι. Γιατί, ενώ οι πρώτες ήταν καθημερινές και αναπάντεχες, των ανθρώπων είναι ετήσιες και προγραμματισμένες. Τόσο προγραμματισμένες, ώστε προτού ακόμα τελειώσουν αυτές, αρχίζουν να καταστρώνονται οι άλλες, του επόμενου χρόνου. Συνήθως από ένα εύθυμο επιτελείο. Από τι διακόπτει λοιπόν κανείς για να κάνει διακοπές; Νομίζω από την τύφλα του τη μαύρη. Για να ξαναγυρίσει ύστερα από ένα μήνα πάλι σ' αυτήν.

Την εποχή που το φως και το νερό έκαναν επίσης διακοπές, μ' έστελνε η μάνα μου μ' ένα βάζο ν' αγοράσω ταχίνι. Ηταν ένας ισόγειος και σκοτεινός χώρος στην οδό Κασσάνδρου με χωμάτινο δάπεδο, όπου, πιασμένο μ' ένα μακρύ δοκάρι γύριζε γύρω γύρω ένα τυφλωμένο άλογο. Συνέχεια. Κάπου κάπου ο γέρος που ζούσε εκεί μέσα το έβγαζε στην αυλή να πάρει αέρα και ξανά πάλι στο μαγγανοπήγαδο. Στο σπίτι απορούσαν που δεν έβαζα ταχίνι στο στόμα μου.

Οταν μεγάλωσα, βρέθηκα συχνά σε δουλειές παρόμοιες μ' εκείνη του αλόγου. Κι επειδή εμάς απαγορευόταν να μας τυφλώσουν, έπρεπε να τυφλωθούμε από μόνοι μας, για να μπορούμε να συνεχίσουμε τους ατέλειωτους γύρους μας. Μια μέρα λοιπόν είπα να κάνω όχι διακοπές αλλά διακοπή στη ζωή που ζούσα μέχρι τότε. Γύρισα το διακόπτη κι έφυγα. Μόνος. Οχι για ένα μήνα αλλά για τρία χρόνια. Πρώτη φορά ζούσα κοντά στη φύση. Τι λέω κοντά, μέσα της καλύτερα. Κοιμόμουν και ξυπνούσα ταυτόχρονα με τα πλάσματα εκείνα που δε νοιάζονται για την αποταμίευση παρά μόνο για την καθημερινή τους τροφή. Ηξερα ότι μπορεί να επιβιώσει κανείς με ελάχιστα χρήματα ή και καθόλου, όμως να μπορεί μαζί να είναι και τόσο ευτυχισμένος δεν το ήξερα. Και την αληθινή ευτυχία εκεί την έμαθα. Ηταν σαν να φοιτώ σ' ένα σχολείο με χίλιους δασκάλους και με μόνο μαθητή εμένα. Είχα ξετυφλωθεί τελείως και μπορούσα να βλέπω τα πράγματα που με πλησίαζαν και τ' άλλα που με απόφευγαν. Προπαντός αυτά.

Επέστρεψα κάποτε έχοντας στην τσάντα μου γραμμένες εβδομήντα σελίδες όλες κι όλες. Οι γνωστοί μου, που περίμεναν να γράψω τόμους και τόμους, απογοητεύτηκαν. Με κατηγόρησαν ότι έχασα τρία χρόνια απ' τη ζωή μου παρακολουθώντας τα δέντρα και τη θάλασσα. Η αλήθεια είναι ότι παρακολουθούσα και τις γάτες, αλλά θεώρησα φρόνιμο να μην τους το πω. Στα τρία αυτά χρόνια είχα αλλάξει τόσο πολύ, που και οι ίδιοι χρειάστηκαν τον ίδιο χρόνο για να το διαπιστώσουν.

Σήμερα δε χρειάζομαι πια διακοπές. Γιατί να διακόψεις κάτι όταν σου αρέσει τόσο πολύ; Μπορείς να αλλάζεις τόπους, αλλά αν δεν κουβαλάς μαζί σου αυτή τη ζωή που διάλεξες, τότε τι θα κουβαλάς; Στο κάτω κάτω πρέπει να χαρεί κι αυτή μαζί σου, αφού τόσο πολλά σου προσφέρει. Διαφορετικά την κλειδώνεις στο διαμέρισμά σου, γεμίζεις τη βαλίτσα με σώβρακα κι εξαφανίζεσαι για τριάντα μέρες από κοντά της. Κι όταν γυρίσεις, θα τη βρεις πάλι μπροστά σου έξαλλη, με σηκωμένη την τρίχα, να σε περιμένει για να σου κάνει το βίο αβίωτο. Και θα 'χει και δίκιο.
Αντώνης Σουρούνης
"Μισόν αιώνα άνθρωπος"
1996